Π.Ε Σερρών .Σωτήριες παρεμβάσεις στη λεκάνη του Στρυμόνα προτείνει το ΓΕΩΤΕΕ Ανατολικής Μακεδονίας

images-3.jpg

Έχοντας ως δεδομένα τα αντικρουόμενα συμφέροντα μεταξύ, για παράδειγμα, της αγροτικής κοινωνίας του νομού Σερρών και της προστασίας του υγροβιότοπου της Κερκίνης ή την αντίθεση μεταξύ του αντιπλημμυρικού και του αρδευτικού ρόλου της διευθέτησης της κοίτης του Στρυμόνα, οι γεωτεχνικοί, μέλη ειδικής ομάδας εργασίας του ΓΕΩΤΕΕ Ανατολικής Μακεδονίας, προχωρήσαν στη σύνταξη πορίσματος με προτάσεις για παρεμβάσεις στη λίμνη Κερκίνη και σε όλη τη Λεκάνη του Στρυμόνα. Στόχος είναι να αποτραπούν νέα πλημμυρικά φαινόμενα, όπως αυτά του 2016.Αναλυτικά, οι προτάσεις της ομάδας εργασίας του ΓΕΩΤΕΕ Ανατολικής Μακεδονίας για τη βελτίωση διαχείρισης της λεκάνης απορροής του Στρυμόνα είναι οι εξής: «Η εντατική απομάκρυνση μέρους των φερτών υλών από τον πυθμένα της Κερκίνης (αργιλλόϊλύς) σε επιτρεπόμενα όρια ή / και με επιτρεπόμενο ρυθμό, για την μη διατάραξη του οικοσυστήματος της λίμνης, θεωρείται δόκιμη. Επίσης δόκιμη, κρίνεται και η βελτίωση των έργων συγκράτησης των φερτών υλικών στα ανάντη (π.χ. παγίδευση πυθμένιων φερτών υλών – κροκάλες, άμμος – στην κοίτη του Στρυμόνα στο Ρούπελ, η απομάκρυνση μάλιστα των οποίων κατόπιν μπορεί να αποφέρει πρόσοδο). Ο βαθμός περιπλοκότητας της ορθής διαχείρισης των υδάτινων όγκων και της αντιμετώπισης των πλημμυρικών παροχών είναι μεγαλύτερος αν συνυπολογιστεί το προαναφερθέν γεγονός της θέσης του ελληνικού τμήματος στα κατάντη μιας διακρατικής λεκάνης απορροής. Γεγονός που συνεπάγεται με αδυναμία ελέγχου του ρυθμού διάβρωσης και μεταφοράς υλικών από τα ανάντη, όπως επίσης και των ποσοτήτων νερού που απελευθερώνονται στα ανάντη, με αποκλειστική βούληση της ελληνικής πλευράς και δίχως αγαστή συνεργασία των άλλων κρατών. Συνήθως, το πρόβλημα σε τέτοιες λύσεις δεν αποτελεί το κόστος αλλά η έμπρακτη προθυμία συμμετοχής, ιδίως των χωρών που βρίσκονται στα ανάντη του ρου. Πάντως, ως αρχή θα μπορούσε να συσταθεί μια διασυνοριακή επιτροπή με έδρα την πόλη των Σερρών για την ενίσχυση του διαλόγου σε θέματα διαχείριση υδάτων (ανάλογη πρόταση είχε κάνει το Παράρτημα Αν. Μακεδονίας το 1997). Να σημειωθεί εντούτοις ότι αυτή η πρόταση δεν αποτελεί μία λύση με άμεσα αποτελέσματα, αλλά θέλει χρόνο για να αποδώσει.Επίσης, βαίνει αυξανόμενος ο βαθμός πολυπλοκότητας του συστήματος, λαμβάνοντας υπόψη την κλιματική αλλαγή και τις επιπτώσεις αυτής. Η ανάγκη δημιουργίας μοντέλων και εφαρμογής προβλεπτικών μεθόδων, σε αρχικό στάδιο είναι κάτι που μπορεί να υλοποιηθεί εύκολα και με μικρό κόστος, ως μέρος διαφόρων πτυχιακών εργασιών από σπουδαστές της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ανάλογη πρόταση είχε κάνει το Παράρτημα Αν. Μακεδονίας το 1997).Επιστρέφοντας στο πρόβλημα των προσχώσεων με φερτά υλικά και πιο συγκεκριμένα στην προσπάθεια αντιμετώπισης τους με την ανακατασκευή του ταμιευτήρα το 1982 και την συνεπακόλουθη δημιουργία προϋποθέσεων ανύψωσης της στάθμης του, πρέπει να επισημανθεί η αξία της επικοινωνίας των μέτρων πολιτικής προστασίας με τους κατοίκους των παραλίμνιων οικισμών εκατέρωθεν των αναχωμάτων του ταμιευτήρα, καθότι πρόκειται για περιοχές εκτεθειμένες σε σχετικά μεγαλύτερο κίνδυνο κατάκλισης έναντι άλλων. Αυτή η σχετικά αυξημένη ευπάθεια έναντι άλλων περιοχών, οφείλεται στο γεγονός ότι πλέον οι παραλίμνιοι οικισμοί βρίσκονται σε υψομετρικά χαμηλότερο επίπεδο από τη στάθμη της λίμνης, μ’ αποτέλεσμα όταν η στάθμη φτάνει σε υψηλά επίπεδα (συνήθως μεταξύ Άνοιξης και αρχών Καλοκαιριού) το ίδιο να συμβαίνει και με τη στάθμη του φρεατίου υδροφόρου ορίζοντα και ως εκ τούτου οι παραλίμνιοι οικισμοί να κινδυνεύουν με πλημμύρες. Εξυπακούεται ότι η αναγκαιότητα της επικοινωνίας των μέτρων πολιτικής προστασίας πρέπει να προσφερθεί τουλάχιστον στο σύνολο των πολιτών που βρίσκονται εντός παρόμοιων ζωνών αυξημένης επικινδυνότητας (ανάλογη πρόταση είχε κάνει το Παράρτημα Αν. Μακεδονίας το 1997 για διασυνοριακή πολιτική προστασία). Ιδίως μάλιστα, καθ’ όσον πρόκειται για μία λύση με περιορισμένο οικονομικό κόστος.Για να εφαρμοστεί το τελευταίο μέτρο, εξυπακούεται ότι θα προηγηθεί ενδελεχής και εμπεριστατωμένη οριοθέτηση τέτοιων επικίνδυνων ζωνών με χρήση κατάλληλων εργαλείων και μοντέλων. Εντούτοις, αρκετές απ’ τις περιοχές αυτές είναι ήδη γνωστές εμπειρικά και μπορεί να ξεκινήσει από εκεί η ενημέρωση των πολιτών. Σχετικά με την οριοθέτηση, η λύση που προτείνεται για μία ακόμη φορά – προκειμένου να διατηρηθεί χαμηλό το όποιο κόστος – είναι να ανατεθεί ως πτυχιακή ερευνητική εργασία σε σπουδάζοντες.Όπως αναφέρθηκε και στο προηγούμενο κεφάλαιο, οι επιπτώσεις της αύξησης της ανώτερης επιτρεπτής στάθμης του ταμιευτήρα δεν λείπουν και από το τελευταίο τμήμα της κοίτης του Στρυμόνα (μετά την πρώην λίμνη Αχινού) μέχρι τις εκβολές στον Στρυμονικό κόλπο. Το γεγονός αυτό των μικρών παροχών του ποταμού κατά τους καλλιεργητικούς μήνες, σε συνδυασμό με την πλημμυρίδα της θάλασσας, διευκολύνει την είσοδο του θαλασσινού νερού στον ποταμό μέχρι περίπου 8 km ανάντη των εκβολών του. Δεδομένου λοιπόν ότι οι υπόγειες υδροφορίες στο τμήμα αυτό τροφοδοτούνται αποκλειστικά από τις διηθήσεις των νερών του ποταμού, προκαλούνται συνθήκες έντονης υφαλμύρωσης. Παρατηρούμε λοιπόν ότι έργα αντιπλημμυρικού και αρδευτικού χαρακτήρα, προσπαθώντας να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις κατασκευής τους, δημιουργούν άλλου είδους δυσμενείς επιπτώσεις. Η λύση όμως αυτών των επιπτώσεων συνδέεται στενά και με την αντιμετώπιση του πλημμυρικού κινδύνου στη λεκάνη. Πιο συγκεκριμένα, η ανάγκη για συγκράτηση μεγαλύτερου όγκου νερού στον ταμιευτήρα της λίμνης, είναι το αποτέλεσμα της ανάγκης για άρδευση που διαμορφώνεται, τόσο από την χρήση του νερού, όσο κι από τις απώλειες που συντελούνται εξαιτίας των μη επενδεδυμένων εγγειοβελτιωτικών έργων που επιτρέπουν τη διήθηση των νερών. Κατ’ επέκταση, περαιτέρω βελτίωση και συμπλήρωση των εγγειοβελτιωτικών έργων, όχι μόνο θα συμβάλλει στην αντιμετώ-πιση της υφαλμύρωσης στις εκβολές του ποταμού αλλά και στην αντιπλημμυρική προστασία. Ωστόσο, ενέχει σημαντικό οικονομικό κόστος υλοποίησης.Πιο συγκεκριμένα, προτείνονται έργα ανακατασκευής των πεπαλαιωμένων δικτύων, έργα άρδευσης με υπόγεια νερά ειδικά σε περιοχές όπου η στάθμη του υπόγειου υδροφορέα βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, έργα ανακύκλωσης – χρησιμοποίησης για άρδευση των νερών διήθησης από τα αναχώματα της Κερκίνης. Τα νερά αυτά μπορούν να αντλούνται από τις περιφερειακές τάφρους και να διοχετεύονται στις προσαγωγές διώρυγες άρδευσης. Ταυτόχρονα θα υποβαθμίζεται η στάθμη του φρεάτιου υδροφορέα στους παραλίμνιους οικισμούς. Προτείνονται επίσης έργα για ανακύκλωση των απορροών, οι οποίες μέσω της τάφρου Μπελίτσας καταλήγουν στην κοίτη του Στρυμόνα στο τμήμα Αχινού, ώστε με τα νερά αυτά να υδροδοτηθεί μεγάλο τμήμα άλλου αρδευτικού δικτύου.Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, να προστεθεί ακόμη πως η πλημμύρα στον άνω ρου μπορεί να αντιμετωπιστεί είτε με ενίσχυση των αναχωμάτων της λίμνης Κερκίνης και την βελτίωσή τους, είτε με εκτροπή τμήματος της παροχής του Στρυμόνα προς την παλιά κοίτη του, ενώ πλημμύρα στον κάτω ρου μπορεί να αντιμετωπιστεί με αύξηση της παροχετευτικότητας που δύναται να προκύψει από την εκβάνθυση και στεγανοποίηση – ενίσχυση των αναχωμάτων. Η ανάγκη για το τελευταίο είναι απόρροια των διαστάσεων της κοίτης του Στρυμόνα που δεν επιτρέπουν την επαρκή παροχέτευση του νερού που εξέρχεται της λίμνης.Τα προτεινόμενα έργα στον κάτω ρου, μπορούν να συνδυαστούν με την εκτροπή του Στρυμόνα (παράκαμψη της λίμνης Κερκίνης) με ευνοϊκά αποτελέσματα όσον αφορά τη μεταφορά μεγάλου όγκου φερτών υλών στον κόλπο του Ορφανού.Ακόμη, ο κίνδυνος όσον αφορά την ενδεχόμενη αδυναμία των αναχωμάτων, που υπάρχουν στη λίμνη Κερκίνη, να συγκρατήσουν τα νερά και κατά συνέπεια να διαβρωθούν και να κατακλυστούν οι περιοχές ανατολικά της λίμνης σωστά αναγνωρίστηκε από το έργο με τίτλο “Ενίσχυση ανατολικού αναχώματος λ. Κερκίνης για προστασία κατοικημένων περιοχών (π.κ.9572120)” της ΣΑΕ 072/1.Όσον αφορά το παρυδάτιο δάσος, προτείνεται η κατασκευή λουρονησίδων με πυκνή βλάστηση μέσα στο χώρο της δελταϊκής πλατφόρμας, δηλαδή υπερυψωμένα τμήματα που θα έχουν τη μορφή απλών αναχωμάτων με επιμήκη μορφή. Με τον τρόπο αυτό, όταν το νερό κατακλύζει το δέλτα, τα κλαδιά των δένδρων θα μένουν έξω από το νερό και θα αποτελούν καταφύγιο για την ορνιθοπανίδα. Οι μικρές αυτές λουρονησίδες θα μπορούσαν να τοποθετηθούν σε περιοχές όπου δεν υπάρχει δάσος, ώστε να επεκτείνουν το βασικό πυρήνα του σημερινού δάσους.»

http://www.agro24.gr/

Μοιραστείτε το

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Top
error: Content is protected !!

Powered by themekiller.com