Το μαχαίρι στο κόκκαλο ή στον κάλαθο των αχρήστων…

to-maxairi-sto-kokkalo-i-ston-kalatho-ton-axriston-.jpg

Την περασμένη εβδομάδα πήρα μια πρόσκληση για εγκαίνια έκθεσης ζωγραφικής. Ήταν από έναν παλιό μαθητή μου της Θεωρητικής Κατεύθυνσης, που του είχα μεγάλη συμπάθεια όχι τόσο για τις επιδόσεις του στο μάθημά μου, όσο για το ήθος και τον χαρακτήρα του. Ξαφνιάστηκα ευχάριστα κι αποφάσισα να πάω χωρίς δεύτερη σκέψη, σαν να ήταν κάτι το αυτονόητο.

Με την πρόσκληση στο χέρι έφτασα ταλαιπωρημένη στον εκθεσιακό χώρο λόγω των κυκλοφοριακών ανωμαλιών στο Κέντρο, όμως δεν παραπονέθηκα καθόλου, γιατί με αντάμειψε η συνάντηση μαζί του και με την μητέρα του. Δυσκολεύτηκα, σχεδόν, να τον αναγνωρίσω! Είχε γίνει σωστός άντρας, αρρενωπός και πανέμορφος, με την περήφανη μάνα του στο πλάι.

Εκείνη μ’ αγκάλιασε όλο συγκίνηση κρατώντας με λίγα λεπτά σφιχτά στο στήθος της, σαν να ‘θελε να μου δείξει την ευγνωμοσύνη της για όσα έκανα για το παιδί της. Εγώ, παίρνοντας είδηση τα συγκεντρωμένα επάνω μας βλέμματα, έκανα νεύμα στον μαθητή μου να γυρίσει στους καλεσμένους του, που τον περίμεναν στη σειρά για να τον συγχαρούν για το έργα του.

Ύστερα έκανα δυο βήματα προς τα πίσω, για να ανασάνω απ’ τον αναπάντεχο εναγκαλισμό, και, πιασμένη μπράτσο με την μαυροφορεμένη γυναίκα, προχώρησα μαζί της- με βήμα σημειωτόν απ’ την πολυκοσμία – στην αίθουσα με τα εκθέματα ζωγραφικής του γιου της.

Κάποια στιγμή σταμάτησα ασυναίσθητα μπροστά σ’ έναν πίνακα ζωγραφικής αλλιώτικο από τους άλλους, που ήταν στην πλειοψηφία τους θαλασσινές τοπιογραφίες και σκηνές απ’ την ελληνική εξοχή. Η καρδιά μου σφίχτηκε, ασυναίσθητα, απ’ το μήνυμα που εξέπεμπε και μ’ έκανε ν’ ανατριχιάσω.

Στο παιχνίδισμα του φωτός η εικόνα του εγκαταλελειμμένου σχολείου στην ύπαιθρο, αποκλεισμένου από ψηλά, πυκνά και μαύρα κυπαρίσσια, σαν να ήταν χώρος νεκρών, και με το φεγγάρι να κρέμεται μετέωρο από πάνω του σαν αποκεφαλισμένο, ήταν αγριευτική, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του ζωγράφου να την ημερέψει με το κιτρινωπό χρώμα που έντυσε την λοφοσειρά από πίσω.
Η μητέρα του μαθητή μου, βλέποντάς με προβληματισμένη, βιάστηκε να μου εξηγήσει πως ήταν το σχολείο του χωριού της, απ’ το οποίο είχε αποφοιτήσει. Είχε αδειάσει, λέει, από μαθητές και το έκλεισαν οριστικά οι αρχές πριν από δέκα χρόνια… Ένιωσα έναν κρύο ιδρώτα να διατρέχει την ραχοκοκκαλιά μου σαν αδιόρατη λεπτή κλωστή. Κούνησα το κεφάλι με μικρό αναστεναγμό και την ακολούθησα μηχανικά, για να δούμε και τα υπόλοιπα.

Γύρισα σπίτι αργά με περίεργα συναισθήματα, που μ’ έφερναν υπερένταση γιατί πάντρευαν τη χαρά με τη λύπη. Ωστόσο γρήγορα ξεθώριασε η πρώτη κι έμεινε μόνο η δεύτερη, που με γέμισε μελαγχολία. Η εικόνα του μισοφωτισμένου απ’ το μελιχρό φως του φεγγαριού άδειου σχολείου, που έδειχνε έτοιμο να καταρρεύσει , με τις αίθουσες άδειες και σιωπηλές και τα παράθυρα να χάσκουν σαν άδεια στόματα στο έρημο περιβάλλον, στριφογύριζαν στο μυαλό μου και δεν μ’ άφηναν να κοιμηθώ.

‟ Οι φακοί της δημοσιότητας, σκέφτηκα, είναι στραμμένοι συνήθως σε ασήμαντα γεγονότα και περιστατικά, την ώρα που το πλοίο ‘Ελλάδα’ βουλιάζει, χάνεται κι οι κυβερνήτες του περιμένουν ‘λαμπροντυμένοι’ την έλευση των βαρβάρων… ”

– Κι εμείς οι πολίτες τι κάνουμε; ρώτησε μια φωνή από μέσα μου όλο αγωνία.

Η απάντηση ήρθε αβίαστη και καταλυτική.

– Εμείς βλέπουμε τα σπίτια μας να καίγονται και τραγουδάμε ακόμη…

– Αααχ!.. αναστέναξα λυπημένα και βιάστηκα να ξαπλώσω, για να κοιμηθώ, να μην σκέφτομαι, να μην θυμάμαι…
Αλλά, φευ, ο Μορφέας δεν ερχόταν με τίποτα κι εγώ στριφογύριζα μάταια στο κρεβάτι μου έχοντας καρφωμένη στον νου μου την ζοφερή εικόνα της ελληνικής πραγματικότητας, την εικόνα της μετριότητας, της μιζέριας, του ωχαδελφισμού και της αφυδάτωσης του πνεύματος των Νεοελλήνων.

Των Νεοελλήνων που πέφτουν εύκολα στα δίχτυα των εμπόρων της προπαγάνδας, του πολιτικού ψεύδους, της κακοτεχνίας και του εύκολου πλουτισμού, των θεαμάτων κι ακροαμάτων που μας εξευτελίζουν καθημερινά δημιουργώντας ψευδεπίγραφα πρότυπα, που δεν ζεσταίνουν τις καρδιές μας, γιατί δεν προσφέρουν καμιά ποιότητα.

‟ Όλα αυτά τα χρόνια ”, σκεφτόμουν πικρά, ‟οι δάσκαλοι που πρόσφεραν το καλύτερο δυνατό για την ενημέρωση των μαθητών τους, τους έδιναν άραγε τα ερεθίσματα για να επεκτείνουν τους ορίζοντές τους; ”

Κι από την άλλη – για να μην στοχοποιώ μόνον αυτούς – ποιοι έδωσαν στα σημερινά παιδιά τα ερεθίσματα που ζητούσαν, για να μπορούν να ονειρεύονται; Μήπως η οικογένεια, το σχολείο σαν θεσμός κοινωνικοποίησης, το πανεπιστήμιο, η πολιτεία ή τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης; Τι έμεινε, άραγε, αλώβητο απ’ όλα αυτά, για να μπορεί να τα βοηθήσει; Τι δεν έχει διαβρωθεί απ’ όλα αυτά; Τι δεν έχει χάσει την αξία του, το νόημα και το περιεχόμενό του;Η ελληνική οικογένεια, που αποτελούσε πάντα το δίχτυ ασφαλείας τους, προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της για να τα εξασφαλίσει τον άρτο τον επιούσιο, αφού καρκινοβατεί λόγω κρίσης την τελευταία οχταετία προσπαθώντας να απορροφήσει τους οδυνηρούς κραδασμούς της

Το σχολείο, πάλι, έχει απορρυθμιστεί εντελώς με τους μεταρρυθμιστικούς πειραματισμούς των ακατάλληλων υπουργών του, που αποδομούν συστηματικά τα τρία τελευταία χρόνια την εθνική του ταυτότητα και τον κώδικα αξιών του. Και οι δάσκαλοι / καθηγητές που δεν σκύβουν πάνω απ’ τους μαθητές και δεν τους διαπλάθουν, δεν τους διαπαιδαγωγούν, αποτελούν δυστυχώς την μεγάλη πλειοψηφία, σήμερα, γιατί τους απορροφά ο αγώνας για την επιβίωσή τους.

Το πανεπιστήμιο πάλι, από’ κει που θα’ πρεπε να είναι ‘χώρος ακαδημαϊκής ελευθερίας, δηλαδή ελευθερίας άσκησης των εκπαιδευτικών και ερευνητικών καθηκόντων’, έχει μετατραπεί σε ορμητήριο του Ρουβίκωνα, των αντιεξουσιαστών και των άλλων περιθωριακών και παραβατικών στοιχείων που το καταδυναστεύουν.

Πέραν αυτών, το ελληνικό πανεπιστήμιο – που έχει υιοθετήσει την… αναξιοκρατία στο θέμα επιλογής του διδακτικού και εξωδιδακτικού προσωπικού του – τείνει να μετατραπεί σε απρόσωπο φορέα μάθησης και μετάδοσης της γνώσης, με αποτέλεσμα να αμφισβητείται η ποιότητά του – παρά τις όποιες διακρίσεις του, που οφείλονται κυρίως σε ατομικές υπερβάσεις μερίδας καθηγητών και φοιτητών του – και να υπονομεύεται το έργο του απ’ τον κρατικό παρεμβατισμό προς χάριν των ημετέρων της εκτελεστικής εξουσίας.
Η πολιτεία, πάλι, παίζει το ρόλο του απαθή θεατή, ο οποίος δε φαίνεται να συγκινείται απ’ την εικόνα των άδειων σχολείων, που κλείνουν το ένα μετά το άλλο στα μικρά και τα μεγάλα χωριά μας λόγω μαζικής μετανάστευσης ή υπογεννητικότητας του πληθυσμού τους, απόδειξη της ερήμωσης και της εγκατάλειψης της υπαίθρου.

Αν πούμε και για τα ΜΜΕ, αυτά είναι – εν πολλοίς – ανυπόληπτα, με λίγες μόνο φωτεινές εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Κι είναι ανυπόληπτα γιατί – με τα χαμηλής ποιότητας προγράμματά τους – προσφέρουν κάκιστες υπηρεσίες προς τα παιδιά, τους νέους ανθρώπους, κατασκευάζοντας ψεύτικα πρότυπα από είδωλα ξενόφερτα, που ανήκουν σε άλλον κόσμο, ανοίκειο προς εκείνον που ονειρεύονται.

Έπειτα έχουν μετατραπεί πολλά απ’ αυτά σε διαύλους επικοινωνίας κομματικών και όχι εθνικών συμφερόντων, που εκπέμπουν λόγο χυδαίο, παιδεία φθηνή, γλώσσα στρεβλή, κακοποιημένη και κουλτούρα μεσαιωνική, που αναζητά απεγνωσμένα να ξεφύγει από τον ζόφο και την έκπτωση των αξιών, για να βρει την ποιότητα στη ζωή, τη σκέψη, τη δημιουργία, για να αλλάξει τη ρότα του καραβιού που λέγεται ‘Ελλάδα’ προς την αναγέννηση…

Όμως για να γίνει αυτό, πρέπει να έρθουν τα πάνω κάτω. Να αφυπνισθούν πρώτα και κύρια οι θεσμοί, που δείχνουν αποπροσανατολισμένοι. Έχουν ξεχάσει, ως φαίνεται, τον ρόλο του σφυρηλατητή της ενδυνάμωσης της δημοκρατίας και τη διασφάλισης της εθνικής μας ενότητας και ακεραιότητας και έχουν ρίξει το βάρος σε δεξιώσεις, εγκαίνια, επικοινωνιακές τελετές, βραβεύσεις και δηλώσεις μηνυματικές προς τους γνωστούς-αγνώστους εχθρούς μας, οι οποίοι όμως δεν τις δίνουν καμιά σημασία.

Έπειτα, πρέπει η πολιτική ηγεσία να αποκτήσει συναίσθηση των ευθυνών της, έστω και μετά από τρία χρόνια φαιάς διακυβέρνησης, και να εργασθεί για την αρραγή ενότητα του λαού, την ψυχική του συσπείρωση και ανάταση κι όχι για τον διχασμό και την αποσταθεροποίησή του. Μπροστά μας έχουμε όλα τα εθνικά μέτωπα ανοιχτά, η χώρα βουλιάζει αργά αλλά σταθερά και τα θηρία έχουν ανοίξει το στόμα τους ένα γύρο έτοιμα να μας φάνε…

Η κατάσταση, μ’ άλλα λόγια, τείνει να γίνει μη αναστρέψιμη κι αυτό, σε συνδυασμό με τις ανεξέλεγκτες ροές μετανάστευσης προς την χώρα μας απ’ όλες τις άκρες του κόσμου και την σοβούσα και συνεχώς επιδεινούμενη μάστιγα της υπογεννητικότητας, προοιωνίζεται τον αφανισμό μας.

Επειδή όμως ‘τούτη την πατρίδα την έχουμε όλοι μαζί, και σοφοί και αμαθείς και πλούσιοι και φτωχοί και στρατιωτικοί και πολίτες και τρανοί και μικρότεροι…’, όπως έλεγε κι ο στρατηγός Μακρυγιάννης, πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους όλοι χωρίς κομματικές ετικέτες και διαχωρισμούς. Οι έχοντες θεσμικό ρόλο, με πρώτους απ’ όλους τους εκπροσώπους της πολιτικής εξουσίας και της δικαιοσύνης, έχουν την κύρια ευθύνη.

Πρέπει όμως να ενεργοποιηθούν και οι άνθρωποι της ελληνικής διανόησης και του καλλιτεχνικού κόσμου, οι συλλογικές οργανώσεις και οι σχετικοί οργανισμοί, οι εναπομείναντες υγιείς επιχειρηματίες του τόπου – μετά την φυγή των περισσοτέρων στο εξωτερικό λόγω της δυσβάσταχτης φορολογίας ή της κατατρομοκράτησής τους από τους κρατούντες, επειδή δεν συμπλέουν μαζί τους πολιτικά – ώστε να συστρατευθούν με τις άλλες κοινωνικές δυνάμεις του τόπου και τα κόμματα της αντιπολίτευσης στον αγώνα για την εθνική μας ανάταξη.

Οι ώρες, όπως είπαμε, είναι κρίσιμες και δεν περισσεύει κανείς, πολύ περισσότερο την ώρα που παραπαίει η παρούσα κυβέρνηση και με τις αλλοπρόσαλλες επιλογές της – σε όλα τα επίπεδα του εθνικού βίου – απειλεί να συμπαρασύρει κατά την πτώση της και την χώρα. Έφτασε η στιγμή για να μπήξουμε το μαχαίρι στο κόκκαλο, ή να το πετάξουμε στον κάλαθο των αχρήστων, σαν άλλοι ριψάσπιδες που επέλεξαν να λιποταχτήσουν και να χαθούνε από το να αντιμετωπίσουν κατάματα τον κακό τους εαυτό.

Η Ιστορία για την τωρινή συγκυβέρνηση θα φανεί σίγουρα αμείλικτη, όπως και για τους κρυπτόμενους Ηρακλειδείς της και τα δημοσιογραφικά της φερέφωνα, που αφού κατάφεραν να δοξασθούν ρίχνοντας λάσπη στους πολιτικούς αντιπάλους τους, στήνουν σκευωρίες εν κρυπτώ με τους ηθικούς αυτουργούς της, στην προσπάθειά τους να αποπροσανατολίσουν τον κόσμο και να μην καταποντισθούν μαζί τους στις ερχόμενες εκλογές, αλλά αντίθετα να μετατραπούν σε ανάχωμα για να τους κρατήσουν στην επιφάνεια, έστω κι αν βουλιάξουν την χώρα…

Αυτά και πολλά άλλα, φανερά κι αφανέρωτα, στροβιλίζονταν στο μυαλό μου ώρες ατέλειωτες και με κρατούσαν ξάγρυπνη όλη την νύχτα, μέχρι που ήρθε να με βρει – κοντά χαράματα – ο λυτρωτής, σωτήριος ύπνος, ξεκλέβοντας απ’ τα βάθη της ψυχής μου την πένθιμη εικόνα του εγκαταλελειμμένου σχολείου, που με βασάνιζε ώρες ατέλειωτες και δεν με άφηνε να ησυχάσω…

http://www.antinews.gr/

 

Μοιραστείτε το

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Top