O Σύριζα σε αποσύνθεση, έρχονται οι skinheads της Νέας Δημοκρατίας

52134242_2251341885109280_4198862171481833472_n.jpg

Ξέσπασε η απρόβλεπτη Καταιγίδα Fitch. Ο Σύριζα βρίσκεται πλέον σε αποσύνθεση και ετοιμάζονται να επανέλθουν στην εξουσία οι ορδές των δεξιών skinheads διψασμένοι για αίμα, χρήμα και εκδίκηση. Ο Σύριζα στο μεταξύ συνειδητά αφήνει πίσω του καμμένη γη ενώ έρχονται πιο άγρια capital controls τα δε κόκκινα δάνεια αποτελούν την εκρηκτική ύλη που θα δώσει τη χαριστική βολή στη πεπετζίδικη ελληνική οικονομία. Ενα από τα πιο σύντομα ανέκδοτα παγκοσμίως δια χειρός Μέρκελ.

Γράφει η Gillian Rothschild

Η Μέρκελ που έβγαλε την Ελλάδα στις αγορές προσπαθεί με νύχια και με δόντια να παρατείνει την ολοσχερή αποσύνθεση του νεκρού ως τη στιγμή που θα παραδώσει την εξουσία στη διάδοχό της. Ενα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ιστορία της Ε.Ε. με την υπογραφή της καιροσκόπου Μέρκελ σε μια Γερμανία με τρομακτικά πλεονόσματα αλλά την ίδια στιγμή 16% των Γερμανών στα όρια της φτώχιας και τις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας χρεοκοπημένες. Η Μέρκελ αποδεικνύεται μάστορας στο ροκάνισμα του χρόνου και στο πεπετζίδικο φτιασίδωμα. Τι ολίγιστη ηγέτης! Δεν έχει να ζηλέψει τίποτε από τους δικούς μας καιροσκόπους.

Οι διεθνείς οίκοι αποφάσισαν να μην κρύβουν άλλο τα χάλια της ελληνικής οικονομίας κάτω από το χαλί. Ετσι η αλανιάρα Fitch επανέρχεται λέγοντας ότι η Ελλάδα κινδυνεύει με δημοσιονομικό εκτροχιασμό στην περίπτωση που δικαιωθούν οι προσφυγές των συνταξιούχων και δεν αντιμετωπιστούν με προσεχτικό τρόπο τα «κόκκινα» δάνεια.

Aλλά και η ίδια η κυβέρνηση παραδέχεται τα χάλια της χώρας αφού περιλαμβάνει στο νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Πολιτικής την εκτίμηση ότι ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας θα επιβραδυνθεί στο 1,8% το 2022 και το 2023.

Το κείμενο που περιλαμβάνει σειρά προβολών για την ελληνική οικονομία, απέστειλε ο αρμόδιος αναπληρωτής Υπουργός Οικονομικών Γιώργος Χουλιαράκης, στους αρμόδιους φορείς του Δημοσίου. Το Μεσοπρόθεσμο πρέπει να καταρτιστεί και να αποσταλεί στους θεσμούς με βάση το νέο πλαίσιο εποπτείας και εκτός από την επιβράδυνση του ΑΕΠ, προβλέπει πάγωμα στις επενδύσεις αλλά και στις εξαγωγές καθώς και επιβράδυνση στην κατανάλωση, με την απασχόληση να κινείται αργά.

Το νέο Μεσοπρόθεσμο προβλέπει ανάπτυξη κατά 2,5% φέτος, η οποία όμως θα επιβραδύνεται στη συνέχεια στο 2,3% το 2020, στο 2,1% το 2021 και στο 1,8% στην πορεία (2022-2023).

Επιβράδυνση αναμένει το υπουργείο Οικονομικών και στην άνοδο των επενδύσεων: το 2019 θα είναι το έτος κορύφωσης της αύξησής τους (με ρυθμό 11,9%, έναντι ισχνής ανόδου τους κατά 0,8% το 2018).

Το 2020 η άνοδος θα επιβραδυνθεί (σε ρυθμό 9,7%) και η τάση αυτή θα συνεχιστεί (με ρυθμό 7,9% το 2021, 5,9% το 2022 και 5,2% το 2023).

Το ποσοστό ανεργίας εκτιμάται ότι το 2019 θα υποχωρήσει στο 18,2% (από 19,6% που αναμένεται να κλείσει το 2018) και το 2023 υπολογίζεται ότι θα έχει μειωθεί στο 13,2% του εργατικού δυναμικού.

Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη στο πλαίσιο της διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου να υποβάλει την Άνοιξη νέο Μεσοπρόθεσμο με δεσμευτικά ανώτατα όρια δαπανών για όλα τα υπουργεία και τους αρμόδιους φορείς του στενού και του ευρύτερου δημοσίου.

«Σφαλιάρα» δίνει στην ελληνική οικονομία και ο οίκος Fitch που σημειώνει ότι αν και υπάρχουν θετικές εξελίξεις, η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη ακόμη με πολλές προκλήσεις. Όπως τονίζει σημαντικός είναι και ο δημοσιονομικός κίνδυνος αφενός από τις δικαστικές αποφάσεις για τα αναδρομικά των συνταξιούχων και των δημοσίων υπαλλήλων αφετέρου από το τραπεζικό σύστημα λόγω των NPEs. Παράλληλα προειδοποιεί πως ο κίνδυνος χρηματοπιστωτικής αστάθειας είναι υπαρκτός, ενώ δεν αποκλείει την επιστροφή των capital controls σε περίπτωση που η δημοσιονομική προσαρμογή εκτροχιαστεί.

H Fitch επισημαίνει πως η αξιολόγηση “ΒΒ-” της Ελλάδας στηρίζεται σε υψηλά επίπεδα κατά κεφαλήν εισοδήματος, τα οποία υπερβαίνουν κατά πολύ εκείνα των χωρών με αξιολόγηση στην κατηγορία “ΒΒ” και “ΒΒΒ”. Παρά τους θετικούς παράγοντες η ελληνική οικονομία είναι αντιμέτωπη με τέσσερις σημαντικές προκλήσεις, όπως προειδοποιεί η Fitch:  Τα υψηλά αποθέματα χρέους της γενικής κυβέρνησης και καθαρού εξωτερικού χρέους, το ασθενές μεσοπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό και το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο μη εξυπηρετούμενων δανείων στον τραπεζικό τομέα, βαραίνουν τις προοπτικές της χώρας.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος αφορά τις πρόσφατες δικαστικές αποφάσεις κατά των περικοπών των συντάξεων του 2012 και τις εκκρεμείς αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας σχετικά με τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού του 2016. Οι εκτιμήσεις γύρω από το δυνητικό δημοσιονομικό κόστος ποικίλλουν σε μεγάλο βαθμό και εξαρτώνται από τις λεπτομέρειες της τελικής απόφασης. Παρόλο που η κυβέρνηση άσκησε έφεση κατά των αποφάσεων, αυτές οι αποφάσεις συμβάλλουν στην αβεβαιότητα, καθώς η κυβέρνηση θα πρέπει να λάβει έκτακτα μέτρα εάν δεν υπάρξει αναθεώρηση των δημοσιονομικών στόχων, όπως επισημαίνει η Fitch.

Επίσης, ένας άλλος μεγάλος κίνδυνος αφορά τον τραπεζικό κλάδο και το ζήτημα των NPEs, τα οποία συνεχίζουν να βρίσκονται στο επίκεντρο της οικονομίας. Η δυναμική χρηματοδότησης βελτιώνεται συνεχώς, αλλά η ποιότητα των στοιχείων του ενεργητικού παραμένει αδύναμη. Η οικονομική ανάκαμψη, οι αυξημένες πωλήσεις NPEs, οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί και, σε μικρότερο βαθμό, οι εξωδικαστικοί συμβιβασμοί αναμένεται να βοηθήσουν τις τράπεζες να πετύχουν τους νέους στόχους για τα NPEs του SSM έως το 2021 (μεταξύ 17% και 22%).

Ωστόσο, χωρίς πιο ουσιαστικές πρωτοβουλίες, θα είναι δύσκολο να επιταχυνθεί η μείωση των NPEs σε έναν ρυθμό που θα στηρίζει πλήρως την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα, κατά την άποψη του οίκου. Τα δύο σχέδια που έχουν προταθεί από το ΤΧΣ και την ΤτΕ είναι θετική εξέλιξη αλλά έχουν σημαντικούς κινδύνους εκτέλεσης και ακόμα πολλούς αγνώστους, ενώ και να εφαρμοστούν οι επιπτώσεις τους δεν θα φανούν φέτος αλλά στο μεσοπρόθεσμο διάστημα.

Σε ό,τι αφορά το πολιτικό σκηνικό, η Fitch επισημαίνει πως οι βουλευτικές εκλογές θα διεξαχθούν έως τον Οκτώβριο του 2019. Όπως εκτιμά, η δημοσιονομική πειθαρχία θα διατηρηθεί, τη στιγμή που οι σχέσεις  μεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαίων πιστωτών έχουν βελτιωθεί σημαντικά. Αυτό μειώνει τον κίνδυνο η μελλοντική κυβέρνηση να αντιστρέψει δραματικά την πορεία της δημοσιονομικής και οικονομικής πολιτικής. Ωστόσο, οι μελλοντικές ελληνικές κυβερνήσεις πρέπει να διατηρήσουν τα πρωτογενή πλεονάσματα για εξαιρετικά μεγάλο χρονικό διάστημα και αυτό μπορεί να δημιουργήσει πολιτικές προκλήσεις.

Χαμηλές πτήσεις σε ό,τι αφορά την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας συνεχίζει να “βλέπει” και η Citigroup για φέτος αλλά και έως το 2023.

Η αμερικανική τράπεζα σημειώνει πως το πραγματικό ΑΕΠ της χώρας κινήθηκε κοντά στο 2% το 2018, που αποτελεί τον ταχύτερο ρυθμό από το 2007, ωστόσο παραμένει σχεδόν 25% χαμηλότερα από τα επίπεδα πριν από την κρίση. Η ανάπτυξη, όπως εξηγεί, οφείλεται κατά κύριο λόγο στις εξαγωγές (κυρίως τις εισπράξεις από τον τουρισμό) και τις επενδύσεις με βοήθεια των κονδυλίων της ΕΕ. Η ανάπτυξη της ιδιωτικής κατανάλωσης συνεχίζει να μην υπερβαίνει το 1% σε ετήσια βάση και δεν αναμένεται να επιταχυνθεί, καθώς ο πληθυσμός συρρικνώνεται (κατά περίπου 0,4% ετησίως), οι ρυθμοί αποταμίευσης των νοικοκυριών είναι αρνητική και η τραπεζική πίστωση συνεχίζει να συρρικνώνεται. Ωστόσο, η δημοσιονομική πολιτική θα γίνει πιθανώς λιγότερο περιοριστική το διάστημα 2019-2020, γεγονός που θα συμβάλει στη διατήρηση θετικής ανάπτυξης των ιδιωτικών δαπανών.

Μοιραστείτε το

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Top