Ο ΣΥΡΙΖΑ ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΜΑΤΖΙΚΕΡΤ ΤΗΣ 26ης ΜΑΪ́ΟΥ…

-2.png

Αποφράς ημέρα για τον ΣΥΡΙΖΑ η ερχόμενη Τετάρτη. Πριν δύο χρόνια στις 26 Μαΐου το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα υπέστη Ματζικέρτ. Δεν έχασε μόνον τις ευρωεκλογές, με 9,5 μονάδες (33,12% ΝΔ και 23,75% ΣΥΡΙΖΑ), αλλά είδε και τον αυτοδιοικητικό χάρτη να βάφεται γαλάζιος. Πλην της Κρήτης, όπου εξελέγη ο προερχόμενος από το ΠΑΣΟΚ Σταύρος Αρναουτάκης, τις υπόλοιπες 12 περιφερειες κέρδισαν οι εκλεκτοί της ΝΔ. Το σοκ για την τότε κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ήταν μεγάλο. Η απόφαση να μην γίνουν μαζί εθνικές και ευρωπαϊκές εκλογές απεδείχθη καταστροφική. Με εξαίρεση ορισμένους φανατικούς της εξουσίας, οι οποίοι ήθελαν να εξαντληθεί μέχρι και την τελευταία ημέρα η τετραετία, ουδείς κατανόησε αυτή την επιλογή της ηγεσίας της Κουμουνδούρου. Για τέσσερεις μήνες επιπλέον διακυβέρνησης ο Αλέξης Τσίπρας και οι εξ απορρήτων σύμβουλοί του μετέτρεψαν την πορεία του Κυριάκου Μητσοτάκη προς τη διακυβέρνηση σε υγιεινό περίπατο.

Ακόμη και οι πολιτικά αδαείς μπορούσαν να κατανοήσουν ότι μια ευρείας έκτασης ήττα στις ευρωεκλογές και τις τοπικές εκλογές, όπως άλλωστε το προέβλεπαν όλες οι δημοσκοπήσεις, αναγκαστικά θα οδηγούσε και άμεση προσφυγή στην εθνική κάλπη. Μετά την δίδυμη ήττα η πιθανότητα να φτάσει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα μέχρι τον Σεπτέμβριο ήταν μηδενική. Οι εθνικές εκλογές θα επιβάλλονταν εκ των πραγμάτων. Όπερ και συνέβη. Η ευθύνη για τα όσα συνέβησαν είναι αποκλειστικά του Αλέξη Τσίπρα και των στενών του συνεργατών. Η δικαιολογία ότι δήθεν τους παγίδευσε ο Χριστόφορος Βερναρδάκης και η ομάδα που ανέλυαν τις δημοσκοπήσεις -έδιναν τη διαφορά από δύο έως τέσσερεις μονάδες- είναι όχι μόνον αστήρικτη, αλλά και προσβάλλει την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ καθώς την εμφανίζει να είναι παντελώς αποκομμένη από την κοινωνική πραγματικότητα. Και το κυριότερο να στερείται πολιτικής ευθυκρισίας. Όλοι, εκτός από κάποιους ανόητους, γνώριζαν ότι οι ευρωεκλογές της 26ης Μαΐου ήταν ουσιαστικά η πρόβα τζενεράλε των εθνικών εκλογών. Μόνον κάποιος ευήθης δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι η απόφαση να μην στηθούν μαζί οι εθνικές και οι ευρωπαϊκές κάλπες οδηγούσαν σε εκλογή κυβερνήσεως σε δύο γύρους.

Η ακατανόητη, από τότε, απόφαση του Αλέξη Τσίπρα ακόμη δεν έχει αποτιμηθεί στην Κουμουνδούρου. Τη συγκεκριμένη αυτοκριτική για τα λάθη, τις παραλείψεις, τις υποχωρήσεις, τις …κωλοτούμπες και τις αστοχίες της διακυβέρνησης, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ “την αποφεύγει όπως ο διάβολος το λιβάνι”, μάς λέει στέλεχος της Ομπρέλας. Ελπίζει πάντως, όπως και πολλοί άλλοι σύντροφοί του, αυτή -“έστω και με τη μορφή απολογισμού”- να γίνει στην Εθνική Συνδιάσκεψη του Ιουνίου. Όμως δεν είναι η αυτοκριτική που δεν έγινε, είναι και η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς τα πίσω, που σηματοδότησε η κάλπη της 26ης Μαΐου (και η συνέχεια της την 7η Ιουλίου) και από την οποίαν ακόμη δεν λέει να συνέλθει η αξιωματική αντιπολίτευση. Σχεδόν δύο χρόνια μετά και οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δείχνουν το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ να είναι καθηλωμένο κάτω από το 25%. Την κυβερνητική φθορά το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, τουλάχιστον προσώρας, δεν την εισπράττει.

Και δεν είναι μόνον η πανδημία η αιτία. Ούτε ότι οι ψηφοφόροι συνεχίζουν να κρίνουν τον ΣΥΡΙΖΑ με βάση την κυβερνητικό του παρελθόν και όχι με τη σημερινή του ιδιότητα, της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Είναι και το γεγονός ότι μέχρι τώρα η εικόνα του ΣΥΡΙΖΑ, λόγω και των εσωκομματικών διαγκωνισμών, ήταν έως και αποκρουστική. Επίσης, η συνεισφορά των πασοκογενών δεν ήταν η αναμενόμενη στην αναδιοργάνωση του ΣΥΡΙΖΑ. Πέρασαν δύο χρόνια και ουσιαστικά η Προοδευτική Συμμαχία πνέει τα λοίσθια. Η δυναμική που προσέδωσε στην Κουμουνδούρου εξαντλείται, όπως δείχνουν τα πράγματα, στην ενσωμάτωση κάποιων περιφερειακών πολιτευτών και ορισμένων πρώην βουλευτών και συνδικαλιστικών στελεχών του λεγόμενου ιστορικού ΠΑΣΟΚ. Προ ημερών τη διαπίστωση αυτή την έκανε και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. Στη συνεδρίαση του Πολιτικού Κέντρου είπε στον Αλέξη Τσίπρα πως πρέπει να συζητήσουν για την αποτυχία της διεύρυνσης. Να δουν συγκεκριμένα τι έφταιξε και η Προοδευτική Συμμαχία δεν ευδοκίμησε και ποιές είναι οι ορθές επιλογές που πρέπει να γίνουν προκειμένου ο ΣΥΡΙΖΑ να ξεκολλήσει από το δημοσκοπικό βάλτο. Ο τέως πρωθυπουργός συμφώνησε ότι “πρέπει αυτή η συζήτηση να γίνει και θα γίνει”. Μόνο που δεν προσδιόρισε το χρόνο. Και για την αριστερή μειοψηφία η, εκ μέρους του Αλ. Τσίπρα, επίκληση της αναγκαιότητας, ισοδυναμεί με παραπομπή στις καλένδες. Η πλειονότητα των στελεχών της Ομπρέλας εκτιμά ότι ο αρχηγός του κόμματος είναι “ανόρεκτος” για συζητήσεις που θα τον αναγκάσουν να παραδεχθεί και δικά του λάθη τόσο για πολιτικές και μέτρα όσο και για πρόσωπα.

Πάντως, και παρά τις ενστάσεις για το παρελθόν, τις προτεραιότητες και την αποτελεσματικότητα της αντιπολίτευσης, αλλά και για τα πρόσωπα που δίνουν τον τόνο της κριτικής προς την κυβέρνηση, η αλήθεια είναι, όπως παραδέχονται ακόμη και οι αντίπαλοι του Αλέξη Τσίπρα, τους τελευταίους μήνες ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ έχει καταφέρει “να μαζέψει κάπως το μαγαζί”. Η εσωκομματική γκρίνια, μετά και την εκλογή των νέων Νομαρχιακών Επιτροπών, έχει υποχωρήσει. Και σίγουρα στη δημιουργία εύκρατου κλίματος, και στα εσωκομματικά, συνέβαλαν και οι τέσσερεις (κατά το μάλλον ή ήττον) επιτυχημένες εκδηλώσεις για το νέο ΕΣΥ, το ιδιωτικό χρέος, τις εργασιακές σχέσεις και το Ταμείο Ανάκαμψης. Θετικά εκτιμάται ότι λειτούργησε και η απόφαση του τέως πρωθυπουργού να αναλάβει να σηκώσει, ακόμη και στο κοινοβούλιο, αυτός το βάρος της αντιπολιτευτικής κριτικής προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη και την κυβέρνησή του. Η κριτική στη διαχείριση της πανδημίας δεν ήταν πάντως και η πλέον επιτυχημένη. Υπήρξε ασάφεια έως σύγχυση σχετικά με τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την επάρκεια και τον αριθμό των εμβολίων, αλλά και για το άνοιγμα της εστίασης, των σχολείων και του τουρισμού. Ίσως αυτός να ήταν και ένας από τους λόγους που η κυβέρνηση κατάφερε, σχετικά γρήγορα, να επουλώσει τις πληγές και να ανακόψει τις διαρροές που έφεραν οι δύστηνες υποθέσεις του Λιγνάδη, της Ικαρίας, της κακοκαιρίας, του Φουρθιώτη, των προμηθειών υγειονομικού υλικού και της αστυνομικής αυθαιρεσίας σε Νέα Σμύρνη και αλλαχού.

Ο Αλέξης Τσίπρας δεν το βάζει πάντως κάτω. Θεωρεί πως η ζημία που θα επιφέρει στην κυβέρνηση η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων “μπορεί να μην αποδώσει άμεσα θεαματικά αποτελέσματα, αλλά στρατηγικά και εκλογικά θα είναι μεγάλη”. Γι’ αυτό οι εντολές που έχει δώσει στον γραμματέα του κόμματος Δημήτρη Τζανακόπουλου και την τομεάρχη Εργασίας Μαριλίζα Ξενογιαννακοπούλου είναι να κρατάνε ζεστό το στράτευμα των κομματικών και συνδικαλιστικών στελεχών ακόμη και μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου του Κωστή Χατζιδάκη. Η μεταφορά της αντιπολίτευσης από την αίθουσα του κοινοβουλίου στο πεζοδρόμιο και στα εργοστάσια είναι όχι απλώς ειλημμένη, αλλά και ποντάρει πολλά η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ για ν’ αλλάξει το κλίμα. Ειδικά μετά το καλοκαίρι όταν και αναμένει στον αντιπολιτευτικό πόλεμο να μπουν και οι φοιτητές των πανεπιστημίων. Δύσκολα πάντως θα φτιάξει το γενικό αντικυβερνητικό μέτωπο που ονειρεύεται αφού το μεν ΚΚΕ  συνεχίζει να τοποθετεί, πολιτικά και ιδεολογικά, τον ΣΥΡΙΖΑ στην ίδια όχθη με την κυβέρνηση, το δε ΚΙΝΑΛ επιμένει στη γραμμή των ίσων αποστάσεων, παρά τα βήματα της Φώφης Γεννηματά προς τον αντιδεξιό – προοδευτικό πόλο.

Σημειώνουμε ότι ενδεικτικό της προχειρότητας, ενδεχομένως και της (σίγουρα δυσεξήγητης) αδιαφορίας, με την οποίαν η ηγεσία της Κουμουνδούρου αντιμετωπίζει το μείζον θέμα της ανασυγκρότησης της Προοδευτικής Παράταξης είναι και το γεγονός ότι παρά τα όσα λέγονται ακόμη δεν έχουν συζητηθεί οι εξελίξεις στο ΚΙΝΑΛ. Αν δηλαδή προτιμούν την Φώφη, τον Λοβέρδο ή τον Ανδρουλάκη. Αν θέλουν η ηγεσία του ΚΙΝΑΛ να έχει κεντροαριστερό ή κεντροδεξιό προσανατολισμό. Αν τους συμφέρουν οι εχθροπραξίες ή οι σχέσεις καλής (πολιτικής) γειτονίας με τη Χαριλάου Τρικούπη. Και ανάλογα με το τι τους συμφέρει να εξετάσουν αν μπορούν -εξυπακούεται παρασκηνιακά- να επηρεάσουν τις διαδικασίες εκλογής αρχηγού. Η κατάσταση των κομμάτων, των οργανώσεων και των (καλών ή κακών) σχέσεων στο αντικυβερνητικό στρατόπεδο είναι κάτι που θα πρέπει, όπως συνομολογούν και επίλεκτα στελέχη της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να απασχολεί τον ΣΥΡΙΖΑ αφού εκτός από τα νέα πρόσωπα και τις νέες πολιτικές, χρειάζεται και σοβαρές συμμαχίες. Όχι μόνον διεθνείς, αλλά και εγχώριες. Και μάλιστα για τις εκλογές που θα γίνουν με το σύστημα της απλής αναλογικής. Και τις οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, ο Αλέξης Τσίπρας, μετά από αρκετούς μήνες, αρχίζει και πάλι να τις βλέπει ως πιθανό σενάριο το Φθινόπωρο.

Ο λόγος, όπως είπε προσφάτως σε συντρόφους του, είναι “η φθορά της κυβέρνησης Μητσοτάκη”. Συνομιλητές του Αλέξη Τσίπρα θεωρούν πως ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν υποστηρίζει από ιδιοτέλεια αυτή την άποψη, για να κρατά δηλαδή ενωμένο και σε εγρήγορση τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και γιατί φοβάται τυχόν αιφνιδιασμό από τον πρωθυπουργό με το επιχείρημα της ανανέωσης της λαϊκής εντολής προκειμένου η κυβέρνησή του (με το δίλλημα “ποιόν εμπιστεύεστε; Εμένα ή τον Τσίπρα, τη ΝΔ ή τον ΣΥΡΙΖΑ”;) να διαχειριστεί την επόμενη ημέρα της πανδημίας και τα σημαντικά κοινοτικά κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Το επιχείρημα πάντως της (εικαζόμενης και επερχόμενης) οικονομικής καταστροφής, ειδικά των μικρομεσαίων, δεν φαίνεται να έχει και πολλούς οπαδούς στον ΣΥΡΙΖΑ, αφού προσκρούει στην πραγματικότητα, η οποία παρά τα σημαντικά προβλήματα νοικοκυριών και επιχειρήσεων δεν είναι αντίστοιχη με αυτή των παρελθόντων ετών, ενώ δεν υφίστανται και οι δημοσιονομικοί περιορισμοί του Συμφώνου Σταθερότητας για την αντιμετώπιση των δυσκολιών. Επίσης, δεν έχει πολλούς οπαδούς και η ανησυχία για νέο μνημόνιο. Μεταξύ αυτών που αμφισβητούν ότι το Ταμείο Ανάκαμψης συνδέεται με την (μυστική) δέσμευση της κυβέρνησης για νέο μνημόνιο είναι και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, ενώ πολλά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ έχουν τη γνώμη ότι οι εργασιακές ρυθμίσεις Χατζηδάκη είναι “σίγουρα απαράδεκτες και κατακριτέες όμως σε καμμία περίπτωση δεν είναι προϋπόθεση για να δοθεί τώρα η κοινοτική επιχορήγηση ή στο μέλλον να ζητηθεί η επιστροφή της εάν, από μια άλλη κυβέρνηση, υπάρξουν φιλεργατικές αλλαγές στο νόμο”.

Εκεί που πάντως συμφωνούν όλοι στον ΣΥΡΙΖΑ είναι η αναγκαιότητα να αναληφθεί, πανευρωπαϊκά, πρωτοβουλία προκειμένου αφενός να αποτραπεί η επιστροφή στο Σύμφωνο Σταθερότητας και αφετέρου να υιοθετηθούν πολιτικές υποστηρικτικές του κοινωνικού κράτους, της δημόσιας υγείας, της μεσαίας τάξης και των οικονομικά ασθενεστέρων. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αλέξης Τσίπρας και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δηλώνουν τώρα ένθερμοι οπαδοί του Τζο Μπάϊντεν και γυρίζουν την πλάτη ακόμη και στην ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, την οποίαν θεωρούν συνυπεύθυνη, με τους νεοφιλελεύθερους, για την ευρωπαϊκή παρακμή. Αντίθετα ο τρόπος αντιπολίτευσης ειδικά σε κάποιους τομείς, όπως για παράδειγμα η δημόσια τάξη, δεν τους βρίσκει όλους σύμφωνους. Ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, σύμφωνα με τις κακές γλώσσες, χαρακτηρίζει ως “αντιπολίτευση ενωματάρχη”, την τακτική του τομεάρχη Χρήστου Σπίρτζη να εκδίδει ο ΣΥΡΙΖΑ καθημερινά ανακοινώσεις για αστυνομικής φύσης επεισόδια, από τη δολοφονία Καραϊβάζ μέχρι το στυγερό έγκλημα στο Μάτι και γενικά για κάθε μορφής εγκληματική δράση.

Επίσης, οι της αριστερής μειοψηφίας δεν αισθάνονται και ιδιαίτερα άνετα με τη μετατόπιση προς το Κέντρο. Η γνώμη τους είναι πως “οι εκλογές μπορεί να κερδίζονται στο κέντρο (του ενδιαφέροντος και των προβλημάτων των πολιτών), δεν κερδίζονται όμως από το Κέντρο”. Και επιμένουν πως ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να παραμείνει κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς με καινούργια ατζέντα που ορίζουν οι εξελίξεις στα θέματα της κλιματικής αλλαγής, του ψηφιακού κόσμου, της τεχνολογικής ανάφλεξης, των νέων ανισοτήτων και του ρόλου του κράτους μετά την πανδημία. Περιμένουν δε τον Ιούνιο για να συζητηθούν στην Προγραμματική Συνδιάσκεψη οι διαφορετικές ιδεολογικές προσεγγίσεις και πολιτικές προτεραιότητες. Μέχρι τότε, άπαντες στον ΣΥΡΙΖΑ, θα έχουν τεντωμένα τα αυτιά τους για να ακούνε το τι λέγεται στην Προανακριτική Επιτροπή για τον Νίκο Παππά. Προσώρας, τα λεγόμενα του Χρήστου Καλογρίτσα δύσκολα μπορούν να τεκμηριώσουν την κατηγορία της δωροληψίας. Μέχρι όμως να βγει το πόρισμα υπάρχει δρόμος, έστω κι αν η κατάληξή του, εκτός φυσικά δραματικών ανατροπών, είναι η παράβαση καθήκοντος..

Μοιραστείτε το

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Top