Λουδοβίκοι και σάτιροι

f2f173a85406cdcec0eac69ce3311359_L.webp

Της «επιχείρησης Ζαραλίκος» είχαν προηγηθεί άλλες παρόμοιες «επιχειρήσεις». Όπως η «επιχείρηση Κραουνάκης». Και πιο πριν η «επιχείρηση Μπέουχτελ». Και πιο πριν η επιχείρηση προσαγωγής φωτορεπόρτερ στην Αντίπαρο, που όπως διεφάνη ήθελε να φωτογραφίσει τον πρωθυπουργό, μόνο του ή παρέα με τον Τομ Χανκς. Και πριν κι από αυτό η «επιχείρηση λίστα Πέτσα».

Η σάτιρα είναι μια δηκτική, ενίοτε πικρόχολη, εκδοχή του κωμικού. Πραγματεύεται επινοημένα ή πραγματικά γεγονότα τα οποία προσεγγίζει από μια ερμηνευτική -μυθοπλαστική-μεταφορική οπτική, προκειμένου να ασκήσει κριτική σε πραγματικά πρόσωπα, πραγματικές καταστάσεις, ανθρώπινους τύπους, συμπεριφορές, κοκ. Το κωμικό εν γένει, συνεπώς και η σάτιρα, είναι ένας ανώδυνος τρόπος να πεις επώδυνα πράγματα, δηλαδή να πεις πράγματα με τρόπο που δεν συνεπάγονται θεσμικό ή άλλο κόστος γι’ αυτόν που σατιρίζεται, αλλά και γι’ αυτόν που σατιρίζει – γι’ αυτό και συνοδεύεται από το γέλιο της ανακούφισης του κοινού, ενίοτε και του ίδιου του σατιριζόμενου. Ή, άλλως, η σάτιρα και εν γένει το κωμικό είναι τρόπος να πεις πράγματα που ενοχλούν, συνιστούν κριτική, συχνά πολύ σκληρή, χωρίς να έχει συνέπειες αυτός που σατιρίζεται, αλλά και αυτός που σατιρίζει.

Είναι μια σύμβαση μεταξύ των δυο μερών – τουλάχιστον στα ανεκτικά κοινωνικά περιβάλλοντα.

Η σάτιρα δεν έχει να κάνει με την αλήθεια των γεγονότων και των προσώπων που συμμετέχουν, όπως σε μια σοβαρή (καταδηλωτική) ανάλυση. Η σάτιρα έχει να κάνει με την άποψη που έχει κάποιος γι’ αυτά τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους, με τρόπο που προκαλεί γέλιο, όχι δάκρυ. Έτσι, η σάτιρα είναι ένας τρόπος όχι μόνο να εκφραστεί ανώδυνα η άποψη που έχουν κάποιοι για τα γεγονότα και τους πρωταγωνιστές τους, αλλά και ένας τρόπος να ενσωματωθεί η κριτική των κωμικών στην κανονικότητα της καθημερινής ζωής, χωρίς να την ανατρέψει αιφνιδίως, συμβάλλοντας ενδεχομένως ακόμη και στη βελτίωσή της.

Γι’ αυτό οι κοινωνίες έχουν θεσπίσει και αποδέχονται τη σάτιρα, ατομικά ή οργανωμένα, διαρκώς ή περιοδικά, με αυτή ή εκείνη τη θεσμική ή ειδολογική (generic) μορφή. Την επιτρέπουν στις κωμικές εκδόσεις και τα μυθιστορήματα ή τα διηγήματα, στο θέατρο και τις εικαστικές τέχνες, στον κινηματογράφο, με τη μορφή των ανεκδότων, ποικιλοτρόπως τις Απόκριες ή συναφείς γιορτές, κοκ. Στις Απόκριες μάλιστα σατιρίζεται συχνά με ανελέητο τρόπο η κατεξουσιαστική συμπεριφορά πολιτικών, ανδρών, ιερέων, κοκ, ιδιαίτερα δε η εκάστοτε κυβέρνηση. Υπό την έννοια αυτή, η σάτιρα είναι μια βαλβίδα ασφαλείας που επιτρέπει την εκτόνωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας, την αποδοχή της κριτικής, ενδεχομένως την έμπρακτη αποδοχή της και έτσι την αποφυγή της έκρηξης.

Θα περίμενε κανείς ότι τα πολιτικά πρόσωπα, ιδιαίτερα αυτά που στελεχώνουν τις κυβερνήσεις, θα το γνώριζαν αυτό, καθώς αποτελεί στοιχειώδη αρχή της πολιτικής ζωής. Οι παλιοί πολιτικοί το γνώριζαν εμπειρικά και το αποδέχονταν ή και το χρησιμοποιούσαν. Το καταλάβαινε ο Γ. Α. Νόβας ή «Γαργάλατας», το καταλάβαιναν ο Κ. Καραμανλής ο πρεσβύτερος και ο Α.Γ. Παπανδρέου, όταν τους σατίριζε ανελέητα και κατ’ επανάληψη ο Χάρυ Κλυν, καθώς και πολλοί άλλοι – εκτός από τα στελέχη των αυταρχικών καθεστώτων και εν γένει αυταρχικές προσωπικότητες. Οι πολιτικοί αυτοί καταλάβαιναν τη σάτιρα, συχνά γελούσαν και οι ίδιοι, είτε ήταν μορφωμένοι είτε δεν είχαν πατήσει το πόδι τους στο πανεπιστήμιο. Επειδή ήταν προϊόν δύσκολων συνθηκών, καλούντο να πάρουν δύσκολες και κοστοβόρες αποφάσεις. Επιπλέον δε ήταν προϊόν τριβής με ανταγωνιστικές φατρίες και πολιτικούς αντιπάλους και με μια κοινωνία που παλλόταν από τις αντιθέσεις της εποχής και την κληρονομιά του εμφύλιου. Ήταν προϊόν μια εποχής στην οποία κάθε κίνησή τους και κάθε κουκίδα στον πολιτικό χάρτη δεν ήταν απλώς θέαμα αλλά είχε πραγματικές συνέπειες και σημαντικό βάρος. Γι’ αυτό κατανοούσαν τη χρησιμότητα μιας βαλβίδας ασφαλείας ή της ματιάς των πραγμάτων από απόσταση ή υπό μια άλλη οπτική ή τέλος ένοιωθαν το φόβο από την οργή των αντιπάλων και η αποδοχή της σάτιρας μπορούσε να την εξευμενίσει σε κάποιο βαθμό.

Η αλήθεια είναι πως δεν είναι εύκολο για κάποιον όταν «πιάνεται» στα δίχτυα της σάτιρας, επειδή δεν μπορεί να απαντήσει στις αλήθειες της ή στις διαφορετικές αναγνώσεις της πραγματικότητας. Ή τουλάχιστον δεν μπορεί να απαντήσει με τον ίδιο τρόπο, την ίδια ευφυΐα και τον ίδιο αντίκτυπο. Πολύ περισσότερο δεν είναι εύκολο να βρίσκεται κάποιος στο στόχαστρο της κριτικής, όταν αυτός διαθέτει πολιτική, οικονομική, θρησκευτική, πολιτιστική ή άλλη εξουσία/επιρροή. Από τις πολλές εγχώριες περιπτώσεις να θυμηθούμε ενδεικτικά ότι ο π. ΠτΔ Χ. Σαρτζετάκης είχε μηνύσει τον Χ. Κλυν επειδή ο τελευταίος είχε σατιρίσει τον πρώτο σε εξώφυλλο ενός από τους δίσκου τους, όπως και ότι ο Γ. Νταλάρας είχε μηνύσει τον Τζ. Πανούση για κάτι ανάλογο.

Ακόμα δυσκολότερο όμως είναι γι’ αυτόν που σατιρίζεται όταν έχει συνηθίσει να μιλάει με στόμφο αφ’ υψηλού, ενίοτε και αποκαλυπτικά, για τα ζητήματα δημοσίου ενδιαφέροντος.

Ενώ ταυτόχρονα έχει συνηθίσει να εισπράττει αυτονόητα το χειροκρότημα όσων ηγείται, χωρίς να μπορούν να αμφισβητήσουν ανέξοδα την αυθεντία του. Δεν είναι εύκολο να σατιρίζουν κάποιον, τον ίδιο ή τις πεποιθήσεις του, όταν διαθέτει κάποια δύναμη, οικονομική, πολιτική, κοινωνική κ.ά. απέναντι σε όσους τον σατιρίζουν ή τραντάζονται από τη σάτιρά τους.

Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο δύσκολα, όταν αυτός ο «κάποιος» τυχαίνει να είναι Έλληνας νέας εσοδείας, ποτισμένος ανέξοδα και μέχρι το μεδούλι με πατριαρχική νοοτροπία, διαθέτει μεγάλο οικονομικό, κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό κεφάλαιο, διαθέτει μεγάλη εξουσία και πρόσβαση στη λειτουργία δημοσίων υπηρεσιών/οργανισμών,σχολείων και πανεπιστημίων, ιδιωτικών επιχειρήσεων, ιδιαίτερα στο χώρο των ΜΜΕ, της ενέργειας, των μεταφορών και του τουρισμού, και την ίδια στιγμή αντιμετωπίζει την πολιτική (του) δράση ως σε videogame. Κοντολογίς, δεν είναι εύκολο γι’ αυτόν όταν σατιρίζεται, ο ίδιος ή οι απόψεις του, δεν είναι εύκολο ούτε και για τους επικριτές του, όταν ή μάλλον ακριβώς επειδή περιβάλλεται από μια τεράστια ποσότητα πολιτικού, οικονομικού, κοινωνικού και συμβολικού κεφαλαίου.

Κι αυτό επιτείνεται στο πολλαπλάσιο όταν ο «κάποιος» τυγχάνει να είναι γόνος μιας πολιτικής, οικονομικής/επαγγελματικής, καλλιτεχνικής ή άλλης δυναστείας. Αν δηλαδή έχει συνηθίσει να ασκεί την εξουσία του, εκλεγμένος ή διορισμένος, με έναν λίγο ή πολύ αυταρχικό τρόπο και μάλιστα στο περιβάλλον ενός videogame. Ιδιαίτερα αυτός δεν είναι εύκολο να ανεχτεί να σατιρίζουν τον ίδιον ή τις πεποιθήσεις του. Από μια άποψη είναι για λύπηση διότι απέναντι στην σάτιρα που τον σαρώνει δεν μπορεί να αντιτάξει κάτι ανάλογο, παρά μόνο την ισχύ του. Είναι για λύπηση διότι σε αυτή τη συνθήκη αποκαλύπτεται το έλλειμμά του.

Όπως είπαμε, παλιότερα οι πολιτικοί ηγέτες, οι επιχειρηματίες και επαγγελματίες, οι μεγάλοι καλλιτέχνες κ.ά. καταλάβαιναν τον εκτονωτικό ρόλο της σάτιρας και της κριτικής. Όμως πολλοί από τους σύγχρονους δεν το καταλαβαίνουν ούτε και μπορούν παρότι διαθέτουν υψηλότερη τυπική μόρφωση. Για έναν απλό λόγο. Διότι διαθέτουν μια ηγεσία που είναι λίγο πολύ δοτή, σαν δακτυλίδι, σαν κληρονομιά, σαν οικόπεδο, που δεν την απέκτησαν μόνοι, μέσα από την τριβή και την αλληλεπίδραση της πολιτικής πράξης, μέσα από την επικράτηση και την επιβολή των απόψεων και της ηγεσία τους, αλλά λίγο ή πολύ του δόθηκε. Γι’ αυτό και δεν μπορούν να αντιληφθούν την αξία της κριτικής, του αντιπάλου, του ίδιου του αντιπάλου, αλλά συχνά και του εαυτού τους. Μοιάζουν πιο πολύ με κακομαθημένα παιδιά που θέλουν εδώ και τώρα το παιχνίδι της βιτρίνας, παρά με τα εργατόπαιδα που θα δουλέψουν σκληρά για να το αποκτήσουν και έτσι μαθαίνουν την αξία και τις χρήσεις του.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες, είναι κατανοητό γιατί οι ηγέτες που αναπτύσσουν μια λογική κληρονομικής απόκτησης της θέσης τους δεν μπορούν να ανεχτούν την σάτιρα και συχνά ούτε την κριτική. Όσοι δεν ανήκουν στην ίδια ελίτ δεν αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι πολίτες ή ηγέτες αλλά ως υποκείμενα με μειωμένα δικαιώματα στο αντίστοιχο πεδίο αναφοράς. Για παράδειγμα, το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης δεν τους αναγνωρίζεται ως κάτι που το έχουν αναφαίρετα ως πολίτες αλλά ως κάτι που ο ίδιος ο ηγέτης, ο προϊστάμενος κ.λπ. το χαρίζει ή το αφαιρεί ως άλλος Λουδοβίκος. Αν ο «Λουδοβίκος» μας δεν μπορεί να απαντήσει στη σάτιρα (συνήθως δεν μπορεί σε μη ελεγχόμενο περιβάλλον), έχει μόνο μια επιλογή. Να τιμωρήσει με όποιον τρόπο διαθέτει στη δεδομένη συγκυρία όποιον τόλμησε να τον προσβάλλει. Την ξέρουμε καλά αυτή την ιστορία από «Το αστείο» του Μ. Κούντερα. Το ενδιαφέρον όμως, και μαζί η εκδίκηση της ιστορίας, είναι ότι αυτοί που τότε είχαν κάνει «Το αστείο» σημαία κριτικής εναντίον του υπαρκτού σοσιαλισμού τώρα μιμούνται ότι έκαναν οι φορείς της εξουσίας σ’ αυτόν και τους σατίριζε ο Κούντερα. Όπως φαίνεται, δεν άλλαξαν μόνο οι εποχές. Άλλαξαν επίσης οι θέσεις και οι ρόλοι. Οι παλιοί φιλελεύθεροι, όπως λ.χ. ο Όρμπαν, γίνονται σήμερα οι πιο σκληροί Ιαβέρηδες. Σκληροί ρατσιστές, εθνικιστές, αντιδημοκράτες, θαυμαστές του Βοναπάρτη. Ο υπαρκτός καπιταλισμός, ειδικά ο λαϊκιστικός νεοσυντηρητισμός, έχει πάρει τη θέση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Καθόλου παράξενο που στελέχη που υπηρετούν τον πρώτο είναι συχνά πρόσωπα που υπηρέτησαν παλαιότερα τον δεύτερο.

Φυσικά, τα ως άνω είναι ένα σενάριο πολιτικής φαντασίας. Ας προσγειωθούμε τώρα στην πραγματικότητα. Την τελευταία εβδομάδα σε μικρό μέρος των παλιών Μέσων (σε εφημερίδες για να ακριβολογούμε, όχι στο ραδιόφωνο ή πολύ περισσότερο στην τηλεόραση), γράφτηκε με όλους τους τρόπους, εξίσου σατιρικά, ότι πρόσωπα της κυβέρνησης και εν γένει της άρχουσας πολιτικής εξουσίας βρίσκονται πίσω από το κλείσιμο του λογαριασμού που διατηρεί ο κωμικός ηθοποιός Χ. Ζαραλίκος στοTwitter. Οι απαντήσεις άλλων χρηστών, όχι των ίδιων των προσώπων της πολιτικής εξουσίας στους οποίους χρεώθηκε το «κατέβασμα» του λογαριασμού (λογικό διότι θα ήταν παραδοχή ενοχής, έστω και έμμεσα), αλλά προφανώς υποστηρικτών τους, κυμάνθηκαν σε ορισμένα μοτίβα. Τα πιο σημαντικά είναι τα ακόλουθα.

Πρώτον ότι δεν είναι σάτιρα. Ως προς αυτό ήδη ανέφερα πιο πάνω τι είναι η σάτιρα. Αν χρειαστεί μπορώ να επανέλθω και με παραπομπές στους κλασσικούς της Αισθητικής.

Δεύτερον, είπαν ότι η σάτιρα έχει όρια. Ναι η σάτιρα έχει όρια, αλλά δεν τα θέτει εκείνος που σατιρίζεται ή οι υποστηρικτές του στο κόμμα ή στο κομματικό σύστημα, στον επαγγελματικό ή επιστημονικό στίβο, στην εκκλησία κοκ . Αυτά τα όρια τα θέτει το είδος (genre) σε κάθε εποχή μέσω των δημιουργών, του κοινού και της μεταξύ τους μέθεξης. Δεν τα θέτει εκείνος που σατιρίζεται. Αλλοίμονο αν ζητούσαν οι δημιουργοί, μεταξύ αυτών και οι κωμικοί, την άδεια του προσώπου που κάθε φορά θα σατιρίσουν ή των «οικείων» του. Αν κάποιοι το πιστεύουν ας ψάξουν για θέση στο Όριεντ Εξπρές.

Τρίτον, είπαν ότι ο Ζαραλίκος δεν είναι δα κανένας γνωστός κωμικός. Σ’ αυτή την περίπτωση δεν συνέτρεχε κανένας λόγος ανησυχίας και φυσικά κανείς λόγος να κατεβάσουν τον λογαριασμό του. Πάντως, ο αριθμός των tweets στο σχετικό hashtag (#Ζαραλικος, #Ζαραλίκος) μαρτυρά το αντίθετο. Κι αν δεν ήταν τόσο δημοφιλής πριν, έγινε μετά την αντίθετη προς το κανονιστικό πλαίσιο της ελεύθερης έκφρασης στην Ελλάδα, πράξη λογοκρισίας εναντίον του. Α προπό, εάν υπάρχει εγχώρια πολιτική ευθύνη για το γεγονός, αυτός που το σκέφτηκε θα πρέπει να πάρει το χρυσό βατόμουρο στην «επικοινωνιολογία».

Τέταρτον, είπαν ότι δεν ευθύνεται η κυβέρνηση και τα στελέχη της που μια ιδιωτική εταιρεία με δικό της κανονισμό λειτουργίας, όπως το Twitter, έκλεισε τον λογαριασμό ενός χρήστη.

Πράγματι δεν υπάρχει απόδειξη ότι ήταν η κυβέρνηση εκείνη που με διάφορους τρόπους (π.χ. μέσω ενός επαγγελματικού ή εθελοντικού «στρατού» από τρολς ή μέσω πολιτικών πιέσεων ή και με τα δυο – που κάνει τον ισχυρισμό πιο αληθοφανή) βρίσκεται πίσω από την «επιχείρηση Ζαραλίκος». Υπάρχουν όμως ενδείξεις έως και ισχυρές.

Οι εν λόγω ενδείξεις είναι πάρα πολλές, παραθέτω μόνο ορισμένες εξ αυτών, οι οποίες άλλωστε είναι γνωστές και διεθνώς:

Α) Οι παγκόσμιες πλατφόρμες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (Facebook, Twitter,YouTube, Instagram κ.λπ.), όπως άλλωστε οι περισσότερες πολυεθνικές εταιρείες, δεν μπορούν να επιχειρήσουν σε μια χώρα χωρίς τη συνεργασία και τη στήριξη της εκάστοτε και ανά χώρα εθνικής κυβέρνησης. Οι εθνικές κυβερνήσεις έχουν την πρωτοβουλία για τη διαμόρφωση του πλαισίου φορολόγησης αυτών των εταιρειών (όπως λ.χ. συνέβη με τους λογαριασμούς των Αυστραλιανών εφημερίδων στο Facebook), των εργασιακών σχέσεων των εργαζομένων στα παραρτήματα αυτών των εταιρειών στις εκάστοτε χώρες (όπως λ.χ. συμβαίνει με το ωράριο και τις αμοιβές των εργαζομένων στις ελληνικές εταιρείες που ασκούν τον έλεγχο περιεχομένου στο Facebook), το νομικό πλαίσιο που ρυθμίζει τις σχέσεις τους με τη χώρα, τους φορείς, τους πολίτες κ.λπ. στις χώρες που επιχειρούν, το νομικό πλαίσιο που αφορά τις διαφημίσεις από τις οποίες αντλούν έσοδα και κέρδη αυτές οι πλατφόρμες, τον έλεγχο που ασκείται στη δραστηριότητά τους κοκ. Με άλλα λόγια, οι εθνικές κυβερνήσεις είναι κάτι σαν πολιτικός «ατζέντης» ή «υπάλληλος» αυτών των εταιρειών στη χώρα τους, όπως άλλωστε και όλων των πολυεθνικών. Είναι προφανές ότι αυτό δεν μπορεί να γίνεται χωρίς να υποστηρίζουν οι πολυεθνικές τις πολιτικές των κυβερνήσεων, όπως διαφάνηκε λ.χ. στη συμφωνία μεταξύ της Netflix και της ισλαμικής κυβέρνησης της Σ. Αραβίας ή στη συμφωνία μεταξύ της Τουρκικής κυβέρνησης και των πλατφορμών κοινωνικών μέσων από την άλλη ή ακόμα και με τη διαγραφή των λογαριασμών του Trump. Χωρίς τις εθνικές κυβερνήσεις οι εταιρείες που έχουν τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης δεν μπορούν να επιχειρήσουν στις επιμέρους χώρες, και άρα να έχουν κέρδη. Από την πλευρά τους, οι κυβερνήσεις δεν μπορούν να διασφαλίσουν πολιτικά, ιδεολογικά κ.ά. οφέλη χωρίς αυτές τις πολυεθνικές, με την διείσδυση την οποία έχουν και την επιρροή που ασκούν.

Συνεπώς, είναι δύσκολο να αποδεχθεί κάποιος ότι το κλείσιμο του λογαριασμού στο Twitter ενός χρήστη και σε ορισμένο βαθμό opinion leader, αμέσως μετά το σατιρικό του σχόλιο για τον Δήμαρχο Αθηνών και ανιψιό του εν ενεργεία πρωθυπουργού, γιό πρώην Δημάρχου Αθηνών, εγγονό πρώην πρωθυπουργού και σύζυγο μιας από τις πιο γνωστές τηλεπαρουσιάστριες ειδήσεων, είναι ενέργεια που γίνεται εν αγνοία των προσώπων με κυβερνητική εξουσία.

Β)Της «επιχείρησης Ζαραλίκος» είχαν προηγηθεί άλλες παρόμοιες «επιχειρήσεις». Όπως η «επιχείρηση Κραουνάκης». Και πιο πριν η «επιχείρηση Μπέουχτελ». Και πιο πριν η επιχείρηση προσαγωγής φωτορεπόρτερ στην Αντίπαρο, που όπως διεφάνη ήθελε να φωτογραφίσει τον πρωθυπουργό, μόνο του ή παρέα με τον Τομ Χανκς. Και πριν κι από αυτό η «επιχείρηση λίστα Πέτσα». Και σχεδόν ταυτόχρονα η επιχείρηση πολιτικού ελέγχου της ενημέρωσης για τον κορονοϊό, καθώς και η παρ’ ολίγο (η) επιχείρηση δημιουργίας «ενσωματωμένων» δημοσιογράφων για την κάλυψη των διαδηλώσεων, με σχετικό νομοσχέδιο που είχε ετοιμάσει ο τότε ΥΠΠΟ. Και ακόμα πιο πριν από αυτά η «επιχείρηση Κρουστάλλη» και αμέσως πιο πριν η «επιχείρηση Ακρίτα» κοκ. Πολλές άλλες υποθέσεις δηλαδή που θα χρειαζόμασταν ίσως περισσότερες από 30 σελίδες για να τις παραθέσουμε.

Με άλλα λόγια, υπάρχουν πολλές υποθέσεις που μαρτυρούν την ύπαρξη «επιχείρηση σιωπής φωνών» ή/και «πολιτικής/οικονομικής ενίσχυσης» άλλων σε παλιά και νέα ΜΜΕ. Και όλως παραδόξως οι περισσότερες από αυτές τις υποθέσεις αφορούν δημοσιογράφους ή άλλα δημόσια πρόσωπα που άσκησαν κριτική στην κυβέρνηση, είτε σοβαρά είτε σατιρίζοντας την, αυτήν ή κάποια στελέχη της.

‘Όμως ως γνωστόν η γυναίκα του Καίσαρα δεν πρέπει μόνο να φαίνεται αλλά να είναι και τιμία – και αντιστρόφως. Αν όντως η κυβέρνηση δεν είχε σχέση με κάποια από αυτές τις επιχειρήσεις ή με καμία από αυτές, έπρεπε να είναι η πρώτη που όχι μόνο θα τις καταδικάσει, αλλά και θα κάνει ότι περνάει από το χέρι της για να σταματήσουν αυτές οι πρακτικές. Και θα έπρεπε να το πράξει ακόμα και αν, ή μάλλον ακριβώς επειδή, σατιρίζουν πρόσωπά της, για ένα βασικό λόγο. Για να μη χρεωθεί την κατηγορία της παρέμβασης και της λογοκρισίας. Αν όμως δεν θέλει ή δεν μπορεί να το κάνει, τότε θα πρέπει να γνωρίζει τόσο εκείνη όσο και όλοι οι άλλοι ότι η φίμωση της σάτιρας λειτουργεί όπως η σφράγιση της βαλβίδας ασφαλείας. Μπορεί για ορισμένο διάστημα να μην συμβαίνει κάτι περίεργο. Αλλά αργά ή γρήγορα θα έρθει η στιγμή που θα συμβεί απροσδόκητα η έκρηξη. Και τα θραύσματα από την έκρηξη μπορεί να πάρουν και όποιον είναι κοντά, ασχέτως αν δε έκλεισε εκείνος τη βαλβίδα ασφαλείας. Αυτός είναι και ο λόγος που αγανακτούν από παρόμοιες λογοκριτικές πρακτικές και όσοι δεν συμφωνούν με τη συγκεκριμένη σατιρική κριτική προς τα ως άνω δημόσια πρόσωπα, όμως πιστεύουν ακράδαντα στο δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης ως θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος, όπως και στην καλλιτεχνική ελευθερία του κωμικού. Στην πραγματικότητα, η παράλογη, ανήθικη και εν τέλει παράνομη με τους νόμους του κράτους λογοκρισία αυτό το κλαδί πριονίζει, το κλαδί της αστικής δημοκρατίας. Καλό να είναι να θυμόμαστε ότι υπάρχουν άλλοι που μπορούν να το κάνουν καλλίτερα από τους «Λουδοβίκους» μας.

Ο Γιώργος Πλειός είναι Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ και Επισκέπτης Καθηγητής το Τμήμα Κοινωνιολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Μοιραστείτε το

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Top