Το Κέντρο που άντεξε

gre1546480_23461990-thumb-large.jpg

Από τον Εμφύλιο και μετά, μέχρι σήμερα, περίπου ένα 20% της ελληνικής κοινωνίας παλεύει να μη συνθλιβεί από τους διαχρονικούς και πάντοτε κραταιούς αριστερούς και δεξιούς λαϊκισμούς και από τα άκρα της κάθε εποχής, από τους λογής λογής εκφραστές των αυταρχισμών, της βίας, της πολιτικής και κοινωνικής ανωμαλίας. Ηταν μια κοινωνική δύναμη που εξέφραζε την ανάγκη του εκσυγχρονισμού, είχε φιλοευρωπαϊκά αισθήματα, επένδυε στην καλή εκπαίδευση, πίστευε στην αξία της δουλειάς της, έδινε βάρος στην καλή διαπαιδαγώγηση των παιδιών της, ήταν κοινωνικά χρήσιμη και κρατούσε τα μπόσικα όταν τα πράγματα εκτραχύνονταν. Αποτελούσε μέρος του ωκεανού των μεσαίων στρωμάτων και με έναν τρόπο κάλυπτε το κενό της απουσίας ισχυρής αστικής τάξης στη χώρα. Ο πατριωτισμός της απείχε παρασάγγας από τους κινδύνους του γνωστού κομπλεξικού ελληνικού εθνικισμού, ενώ τα δικά της συμφέροντα τα αντιλαμβανόταν ως αναπόσπαστο τμήμα του δημόσιου συμφέροντος και του κοινού καλού.

Πολιτικά εκφράστηκε σε πολλούς χώρους, ένθεν κακείθεν: προδικτατορικά, στον Πλαστήρα, στον Παπάγο και στο μικρό κόμμα του Μαρκεζίνη, στην ΕΡΕ, στην Ενωση Κέντρου ή και στην ΕΔΑ· μεταπολιτευτικά στο ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου αλλά ακόμη πιο ένθερμα του Κώστα Σημίτη, στη Νέα Δημοκρατία του μεταπολιτευτικού Καραμανλή, του Ράλλη και του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, στο ΚΟΔΗΣΟ, στο ΚΚΕ Εσωτερικού, στον Συνασπισμό αργότερα· και στα χρόνια της κρίσης στη Δράση, στο Ποτάμι της πρώτης φάσης, στο ΠΑΣΟΚ του Γ.Α. Παπανδρέου αρχικά ή του Ευ. Βενιζέλου, στη Ν.Δ. του Σαμαρά και σήμερα του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Οι ιδέες της και όσα εξέφραζε παρέμεναν βέβαια πάντα μειοψηφικές. Επικρατούσαν πιο συχνά οι άλλοι που ήταν περισσότεροι, ταυτίζονταν με τις απόψεις του ελληνικού εξαιρετισμού και ήταν συχνά οργανωμένοι σε ισχυρές συντεχνίες. Αν και λίγοι, όμως, ήταν ο αρμός της κοινωνίας και η συγκολλητική της ουσία. Χωρίς αυτούς θα είχε παραδοθεί στη διάλυση σε πολύ περισσότερες περιπτώσεις από αυτές που ήδη παραδόθηκε. Ηταν π.χ. εκείνο το μέρος της κοινωνίας που τάχθηκε υπέρ της εθνικής συμφιλίωσης αμέσως μετά τον Εμφύλιο, που κατάφερε να συγχωρέσει και να προχωρήσει μπροστά, υπερβαίνοντας τις διαιρέσεις και επουλώνοντας γρηγορότερα τα τραύματα.

Δεν είναι πλούσιοι ούτε φτωχοί, δεν είναι σούπερ ελίτ ούτε πληβείοι. Τους αναγνωρίζει κανείς από διάφορα γνωρίσματα σε ποικίλους επαγγελματικούς και κοινωνικούς χώρους: είναι οι σοβαρότεροι και οι πιο μετρημένοι, τιμούν την όποια θέση τους, γνωρίζουν να διαλέγονται ακόμη και όταν διαφωνούν, μιλούν τη γλώσσα της ακρίβειας και της ειλικρίνειας ενώ απεχθάνονται την τοξικότητα. Οταν τύχει να τους γνωρίσουμε ή να συνεργαστούμε μαζί τους, ιδίως όταν κατέχουν μια κρατική θέση, φεύγουμε ανακουφισμένοι. Σαν να νιώθουμε ότι η χώρα έχει ακόμη ελπίδα.

Είναι η «τάξη» εκείνη που οι Αμερικανοί φεντεραλιστές θεωρούσαν ότι χωρίς αυτή δεν μπορεί να υπάρξει δημοκρατία, και είχαν μεγάλο δίκιο. Για τη νεοσυσταθείσα αμερικανική δημοκρατία, προσωποποιούνταν στον κάτοχο μεσαίας ιδιοκτησίας που βίωνε τα άγχη των φτωχότερων αλλά είχε και τις φιλοδοξίες των πλουσιότερων – κάπως έτσι συγκροτήθηκε άλλωστε το «αμερικανικό όνειρο». Για τις σημερινές δημοκρατίες, είναι ο πολίτης που έχει μεν «μια ζωή δική του», την οποία θέλει να απολαμβάνει με ασφάλεια, αλλά είναι ανοικτός και στον γενναίο νέο κόσμο μας και στις προκλήσεις του. Δεν τον υποδέχεται φοβικά ούτε αρέσκεται στην αυτοθυματοποίηση και στη συνωμοσιολογία.

Το τι έχει ακούσει αυτή η «τάξη» από όλες τις πλευρές τόσα χρόνια δεν λέγεται: «φοβισμένοι μικροαστοί», «υπερσυντηρητικοί νοικοκυραίοι», «ακραίο Κέντρο», «φιλελέρες», «φασίστες εθνικιστές», «μενουμευρώπηδες»… Ουδείς άλλος έχει συγκεντρώσει τόση χλεύη από τα άκρα της Αριστεράς και της Δεξιάς. Η μειοψηφική αυτή ομάδα έχει όμως έναν τεράστιο σύμμαχο: την ίδια την ξεροκέφαλη πραγματικότητα.

Μπορεί να της έψαλαν τα εξ αμάξης οι ψεκασμένοι αριστεροδέξιοι εθνικολαϊκιστές των Συριζανέλ, της Χρυσής Αυγής και των «Αγανακτισμένων» της άνω ή της κάτω πλατείας, αλλά αποδείχθηκε ότι είχαν δίκιο.

Από την αρχή της κρίσης επιβεβαιώνεται επανειλημμένως ότι η μικρή τούτη χώρα μπορεί να μείνει στη σωστή πλευρά της Ιστορίας μόνο αν κάνει τρία πράγματα ταυτόχρονα: αν έχει πολιτική και δημοκρατική σταθερότητα με θεσμούς που την προστατεύουν από τους εκτροχιασμούς· αν διαθέτει παραγωγική οικονομία με νοικοκυρεμένα δημοσιονομικά· και αν προστατεύει ως κόρην οφθαλμού τη θέση της στον στενό πυρήνα της Ε.Ε., με φωνή που θα ακούγεται και θα γίνεται σεβαστή από φίλους και εχθρούς.

Η χυδαιότητα κατάφερε πράγματι να κερδίσει σε πολλές περιπτώσεις. Εφθασε μάλιστα να κυβερνήσει τη χώρα εκμεταλλευόμενη την κρίση. Ο τυχοδιωκτισμός της θα σκοντάφτει ωστόσο, πάντα, πάνω σε αυτούς τους πολίτες που, από πολιτικό ένστικτο και εμπιστοσύνη στις απόψεις τους, ουδέποτε παρασύρθηκαν από ουτοπικές ή εχθροπαθείς ιδέες, ούτε από όσους υπόσχονταν κατά καιρούς λαγούς με πετραχήλια. Και αυτή θα είναι και η σωτηρία ακόμη και των ίδιων των λαϊκιστών εξουσιαστών, οι οποίοι αλλιώς θα είχαν να κυβερνούν μια εντελώς διαλυμένη χώρα.

Οποια παράταξη καταφέρει σήμερα να στεγάσει πολιτικά με συνέπεια αυτή την τάξη θα εισπράξει διπλό κέρδος: δεν είναι μόνο ότι θα κερδίζει εκλογές· το κυριότερο είναι ότι θα υποχρεώνεται υπό την πίεσή της να ακολουθεί τον σωστό δρόμο. Δηλαδή, εκείνον που επιτρέπει στη χώρα να γεφυρώνει τις αντιφάσεις της υπό την ασφαλή οδό μιας σοφής μετριοπάθειας.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και γραμματέας σύνταξης της «Νέας Εστίας».

https://www.kathimerini.gr

Μοιραστείτε το

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Top