Ο πόλεμος του 40-41 ήταν ένας πατριωτικός πόλεμος.

-λήψης-31.jpg

Έχει σημασία αυτό; Ναι έχει. Όταν οι σημερινοί πολιτικοί δίδουν άσχετες ανιστόρητες διαστάσεις για κομματική εκμετάλλευση, η επανατοποθέτηση του πολέμου εκείνου στο ακριβές ιστορικό του πλαίσιο, αποκαθιστά και διατηρεί τη Μνήμη.

Ο πόλεμος του 40-41 ήταν λοιπόν πατριωτικός για τους εξής λόγους:

(α) Ο ελληνικός στρατός κλήθηκε να αποκρούσει εισβολείς σε μια χώρα που προσπαθούσε να στηριχθεί στα πόδια της μετά από την βίαιη ενσωμάτωση 3 εκ. προσφύγων μόλις πριν 17 χρόνια. Ο λαός εκείνος, που δεν ειχε προλάβει καλα καλά να οργανωθεί σε νέες βασεις, που μόλις είχε αρχίσει να δημιουργεί ένα νέο σπίτι και αναζητούσε ειρήνη και προκοπή, αναγκαζόταν πλέον να υπερασπιστεί την ίδια του την ύπαρξη. Επομένως, ο ηρωισμός, η αυταπάρνηση, το πείσμα, η γενναιότητα των ελλήνων στρατιωτών δεν ήταν ουρανοκατέβατες. Ήταν πηγαία στοιχεία ενός συλλογικού αγώνα επιβίωσης.

(β) Ακριβώς επειδή η χώρα που είχε δημιουργηθεί με τρομερές θυσίες μετά το 1912, κινδύνευε να χαθεί με την επικράτηση του Άξονα, η απειλή ήταν άμεση και εμφανής. Γι’ αυτό και η συμμετοχή στον πόλεμο ήταν πάνδημη και ομόθυμη τόσο στο πεδίο των μαχών όσο και στα μετόπισθεν και μάλιστα, σε τέτοιο βαθμό, που κάλλιστα ο ελληνικός στρατός της εποχής μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας αμιγώς “λαϊκός στρατός”. Αυτό το στοιχείο ενείχε ταυτόχρονα μεγαλείο και τραγικότητα. Όσο επική ήταν η ταχεία συγκρότησή του, η απόκρουση του εχθρού και η προέλασή του στη Βόρειο Ήπειρο, τόσο δραματική ήταν η κατάρρευσή του τον Απρίλιο του ’41 όταν αυτό που είχε επιτευχθεί με τόσο μόχθο κι αίμα, χάθηκε γρήγορα από την υπεροπλία του κεραυνοβόλου πολέμου της βέρμαχτ.

Για τους Έλληνες του ’40 η ζωή χωρίς αναφορά σε μια κοινή πατρίδα, ήταν περίπου αδιανόητη. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας πολέμησαν κυριολεκτικά “υπέρ βωμών κι εστιών”, δηλαδή για αυτά τα αγαθά που στην συλλογική τους συνείδηση συγκροτούσαν το πλαίσιο της κοινής ζωής τους, το πλαίσιο αναφοράς στην πατρίδα τους. Τον αγώνα αυτό είναι σπουδαίο να τον θυμάται και να τον γιορτάζει κανείς σε μια εποχή που βωμοί και εστίες είναι αναλώσιμα και πολλοί άνθρωποι, φευ, έχουν παύσει να τα θεωρούν κοινό τόπο άξιο υπεράσπισης”.

Vassilios Hadjioannou

Μοιραστείτε το

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Top