Ο Λαλιώτης γράφει τα 19+1 υστερόγραφα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου

politexneio-24.jpg

Μια μέρα μετά την φετινή επέτειο, το TheCaller παρουσιάζει ένα πραγματικό ντοκουμέντο. Πρόκειται για ένα κείμενο-ποταμό του Κώστα Λαλιώτη στο οποίο αποτυπώνει με ψυχραιμία αλλά και συναίσθημα την ιστορική-πολιτική του μαρτυρία και άποψη για το κορυφαίο αυτό γεγονός. Συνθέτει το πάζλ μιας γενιάς και γράφει τα υστερόγραφα του κορυφαίου αυτού γεγονότος. Δεν διστάζει να απαντήσει σε ερωτήματα για την γενιά του Πολυτεχνείου ενώ συγκλονιστική είναι η φορτισμένη προσωπική του καταγραφή του για τις δραματικές στιγμές πριν αλλά και αφού έχει πέσει η πύλη του Πολυτεχνείου. Το κείμενο του Κώστα Λαλιώτη με τίτλο «19+1: ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ ΜΙΑΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ. Το ΠΑΖΛ ΜΙΑΣ ΓΕΝΙΑΣ» έχει γραφτεί τον Σεπτέμβριο του 1993. Έχει συμπεριληφθεί στη συλλογική έκδοση ενός βιβλίου με τίτλο «19+1. Εκ των Υστέρων». Το βιβλίο «19+1. Εκ των Υστέρων» συμπεριλαμβάνει κείμενα και μαρτυρίες 35 Φοιτητών και Φοιτητριών, που είχαν ένα πρωταγωνιστικό ρόλο στο Αντιδικτατορικό Κίνημα και στο τριήμερο της εξέγερσης στο Πολυτεχνείο. Το 2005 το Βιβλίο με τίτλο «19+1. Εκ των Υστέρων» ενσωματώθηκε μαζί με σπάνιο φωτογραφικό υλικό, προκηρύξεις, ντοκουμέντα και ιστορικές καταγραφές μαζί με πολλά συμπληρωματικά κείμενα – μαρτυρίες πολλών «Ελεύθερων Πολιορκημένων» του Πολυτεχνείου σε ένα ενιαίο ιστορικό και ανεπανάληπτο συλλογικό Βιβλίο με τίτλο: «Το Πολυτεχνείο ΖΕΙ; 30 + 1. Όνειρα – Μύθοι – Αλήθειες». Την ευθύνη της επιμέλειας και των δυο συλλογικών Βιβλίων είχε ο Δημήτρης Παπαχρήστος. Η πρωτοβουλία για την έκδοση και των δύο Βιβλίων ανήκει στον «Εκδοτικό Οίκο ΛΙΒΑΝΗ». Από το εν λόγω βιβλίο το The Caller παρουσιάζει και μια ιστορική, σπάνια φωτογραφία. Είναι το καρέ που αποτυπώνει μια πραγματικά ιστορική στιγμή. Είναι απόγευμα της 14ης Νοέμβρη και σε συγκέντρωση εντός του Πολυτεχνείου, στα σκαλιά της Αρχιτεκτονικής όπου οι φοιτητές αποφασίζουν την κατάληψη. Στη φωτογραφία κανείς μπορεί να διακρίνει τους επώνυμους (μετά) και “ανώνυμους” πρωταγωνιστές. Χέρια υψωμένα για μια απόφαση εικοσάρηδων που τελικά άλλαξε την πορεία της χώρας. Η ιστορική φωτογραφία: Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 1973 απόγευμα. Η στιγμή που σε ανοιχτή συγκέντρωση των φοιτητών στο Πολυτεχνείο αποφασίζεται η κατάληψη ΚΩΣΤΑΣ ΛΑΛΙΩΤΗΣ 19+1 ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΑ ΜΙΑΣ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΤΟ ΠΑΖΛ ΜΙΑΣ ΓΕΝΙΑΣ Α. Η Σημειολογία των αριθμών Ναι, 19+1 χρόνια μετά, μαζί με τα Υστερόγραφά τους, γιατί μαζί με τις λέξεις, τα πρόσωπα, τις ιδέες, την πολιτική και τα αισθήματα υπάρχουν και οι αριθμοί, που χρονομετρούν τη ζωή μας σε χρόνια, σε ώρες, σε στιγμές. Γιατί οι συμβολισμοί ορισμένων αριθμών έχουν μια ανεξήγητη δύναμη, μια μυστηριακή έλξη. 19+1=20, ή 17+2+1=20, ή 10+10=20, ή…, ή…, ή τόσοι πολλοί και άλλοι συνδυασμοί. Ο κάθε άνθρωπος έχει το δικό του συνδυασμό, το δικό του κλειδάριθμο για να ανοίγει τη ζωή του, για να φορτίσει την ψυχή του, το νου του και την καρδιά του. Έχει το δικό του κλειδί και αντικλείδι για να ανοίξει ένα παράθυρο στη μνήμη του, για να ζωντανέψει με λίγο οξυγόνο το παρελθόν του. Φαίνεται ότι στη ζωή των ανθρώπων και στο διάβα της ιστορίας ο χρόνος έχει ρωγμές, ρωγμές που δεν κλείνουν ποτέ. 19+1 χρόνια μετά. Ναι, σε έναν απολογισμό ζωής μέσα σε από μια οριακή στιγμή, σε μια νοερή διαδρομή είκοσι χρόνων, μετά από μια χαρακιά, μετά από ένα ανεξίτηλο σημάδι βαμμένο με αίμα. Ναι, σε μια «Εκ των υστέρων» απόπειρα, σε μια «Εκ βαθέων» εξομολόγηση, για να εξοφληθούν κάποιοι ανεξόφλητοι λογαριασμοί με τη μαγική και συναρπαστική περιπέτεια μιας “γενιάς”, με την τοιχογραφία και τη ματωμένη υποθήκη μιας εποχής, με την αγιογραφία ενός Μύθου. 19+1 χρόνια μετά. Ναι, σε μια αφετηρία ανάμνησης, αναγνώρισης και απότισης φόρου τιμής για όλους εκείνους που περιφέρουν με καρτερία και περηφάνια τα φανερά και τα αθέατα τραύματα μιας εποχής, για όλους εκείνους που έφυγαν νωρίς. Για όλους εκείνους που δεν είναι πια μαζί μας σ’ αυτό τον απολογισμό ζωής, αλλά στα πρόσωπά τους καθρεφτίζονται πια οι «μάταιες επιδόσεις» μας σε ένα «μάταιο κόσμο». Στο προσκλητήριο μιας «γενιάς», εκείνοι που μας αποχαιρέτησαν νωρίς, με τις σιωπές και τις μαρτυρίες της απουσίας τους, σίγουρα μας κάνουν φτωχότερους. Β. Μια αφαίρεση… 1993-19+1 = 1973 19+1 χρόνια πριν, σε αυτή τη ρωγμή του χρόνου, μέσα σε τρεις μέρες του Νοέμβρη, τρεις μέρες που συγκλόνισαν την Ελλάδα και τον κόσμο, μια ολόκληρη «γενιά» συμπύκνωσε το ορόσημο και το μήνυμα των αγώνων της. Πήρε τη σκυτάλη και σήκωσε τη σημαία στα χέρια της, αφήνοντας για πάντα το αποτύπωμά της, την υπογραφή της στην Ιστορία. Το ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ήταν και είναι το συλλογικό και το άφθαρτο Βίωμα μιας «γενιάς», που κάλυψε το συλλογικό «απωθημένο» και το «ενοχικό κενό» μιας συμβιβασμένης και μιας «απούσας» κοινωνίας. Θα ήταν άδικο όμως αν δεν επισημαίναμε με έμφαση τις παρήγορες εκλάμψεις του Ελληνικού Λαού στις κηδείες του Γ.Παπανδρέου και του Γ.Σεφέρη, στην παρουσία μιας αγωνιστικής πρωτοπορίας στην αντίσταση, στις φυλακές και στην εξορία, όπως και στην κατάληψη της Νομικής. Το «ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ» έχει δύο ιστορικές εγγραφές. Υπάρχει ως μια πραγματικότητα «αυτή καθαυτή», υπάρχει και ως Μύθος. Το ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ως πραγματικότητα, ως ΓΕΓΟΝΟΣ, ως ΣΥΜΒΟΛΟ, ως ΜΗΝΥΜΑ, αν και έδωσε πρόσωπο στα οράματα και στις ευαισθησίες, στις συναισθηματικές δονήσεις και στα σκιρτήματα των Νέων και των «αγνών» ανθρώπων, δυστυχώς γρήγορα άρχισε να ξεθωριάζει και να ξεφτίζει, γιατί «υπονομεύτηκε» από μέσα, γιατί «αλώθηκε» από έξω. Το ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ως ΜΥΘΟΣ γεννήθηκε και θέριεψε από τη συνολική ανάγκη της Ελληνικής κοινωνίας και των πολιτικών φορέων. Η μυθοπλασία κάλυψε τα κενά, τις ενοχές, τις τύψεις και τους συμβιβασμούς των «τιποτοφρόνων», των «απόντων» και των «συναλλακτικών», όλων αυτών που ζητούσαν μια κολυμπήθρα του Σιλωάμ για να ξεπλυθούν. Κάλυψε επίσης τα κόμματα, τις οργανώσεις, τις γκρούπες, τους «Μικρούς και τους Μεγάλους Αρχηγούς», όπως και τους «Μικρούς Ήρωες», που όλοι ήθελαν ένα φωτοστέφανο για τη Μεταπολίτευση. Δυστυχώς, με τη μικρή και τη μεγάλη ευθύνη όλων μας, ο ΜΥΘΟΣ εκτόπισε την ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ. Ο ΜΥΘΟΣ έγινε ισχυρός και ακατανίκητος, γιατί συμπορεύτηκαν και πολλές φορές ταυτίστηκαν «οι μεν της καταστάσεως» με τις γήινες ανάγκες τους και τις σκοπιμότητές τους και «οι δε της αντιστάσεως» με τις ματαιοδοξίες και τις φιλοδοξίες τους. Δυστυχώς, από την ώρα που οι «μισές αλήθειες» κυριάρχησαν οι «μεγάλες αλήθειες» δεν άντεξαν. Έκαναν μια βαθιά υπόκλιση προς την Ιστορία και χάθηκαν σαν τις νεράιδες του παραμυθιού. Η αυλαία έκλεισε, αφήνοντας πίσω της ψευδαισθήσεις και αυταπάτες. Σήμερα, 19+1 χρόνια μετά, ψάχνουμε και ξαναψάχνουμε τις Μεγάλες Αλήθειες. Πολύ φοβάμαι όμως ότι θα ανακαλύψουμε, για μια ακόμη φορά, αν όχι τον ίδιο το Μύθο του Σίσυφου, ίσως κάποιες παραλλαγές του. Γ. Μια πρόσθεση… 1973+19+1 = 1993 Είκοσι χρόνια πριν, από την ημέρα που η Ευρωπαϊκή Κοινότητα μετεξελίχθηκε σε Ευρωπαϊκή Ένωση και δεκαέξι χρόνια πριν από το γκρέμισμα του τείχους στο Βερολίνο και από την κατάρρευση του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης», εδώ στην Ελλάδα, σε μια ρωγμή του χρόνου, έλαμψε το πρόσωπο και ο λόγος μιας «γενιάς». Η «γενιά» του Πολυτεχνείου ήταν και θαρρώ ότι παραμένει εικονοκλαστική, απελευθερωτική και χειραφετημένη. Με τις ουτοπίες και το ριζοσπαστισμό της δεν αμφισβήτησε μόνο τα πάντα, αλλά επαγγέλθηκε και πολλά. Πίστεψε στον εαυτό της και στη «σκιά» της, αλλά αγωνίστηκε στο όνομα όλων, ή μάλλον «έσωσε» τη χαμένη τιμή πολλών. Αμφισβήτησε αλλά σεβάστηκε τις προηγούμενες γενιές της Εθνικής Αντίστασης και του 114. Σηματοδότησε αλλά και «καταπίεσε» τις επόμενες γενιές. Ήταν και είναι μια «γενιά σύνορο», που ορισμένες φορές έμεινε στη μέση του δρόμου, αδύναμη να προχωρήσει σε μεγάλες υπερβάσεις. Ένα μεγάλο ρεύμα από αυτή τη «γενιά» είχε την «τύχη μαζί και την ατυχία» να πιστέψει στις μεγάλες αφηγήσεις της Ιστορίας και της πολιτικής. Να ατονήσει την κριτική της σκέψη και να ακρωτηριάσει τις αισθήσεις της. Να συνδέσει ή και να αφιερώσει ένα κομμάτι από τη ζωή της σε χίμαιρες, σε στείρα δόγματα και σε μανιχαϊσμούς, να δικαιολογήσει βαρβαρότητες. Παρ’ όλα αυτά πολλοί από αυτή τη «γενιά» μπορεί να έχασαν την πυξίδα τους, δεν έχασαν όμως ποτέ την ψυχή τους. Γι’ αυτό μπορεί να ενώσουν με το νήμα της ζωής το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον τους. Καλύτερα όμως «αθώοι εν πλήρει συγχύσει» και ιχνηλάτες ανεμοδαρμένοι παρά «κουρδισμένα ανθρωπάκια», ένας φίλος μου από τους πρωταγωνιστές της εξέγερσης. Η «γενιά του Πολυτεχνείου» γεννήθηκε σε μια ρωγμή του χρόνου και είναι μια γενιά-σύνορο ανάμεσα σε δύο ιστορικούς κύκλους. Ανάμεσα στον Μεταπολεμικό – Μετεμφυλιακό κύκλο, που έκλεισε οριστικά και αμετάκλητα με τη γέννησή της, και στον Μεταπολιτευτικό κύκλο, που άρχισε να σκιαγραφείται πάλι με τη γέννησή της, με την πτώση της Χούντας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, καθώς και με το στίγμα μιας τραγωδίας για τον Ελληνισμό, μιας προδοσίας με χαίνουσα πληγή στην Κύπρο με την εισβολή των Τούρκων και την κατοχή του βορείου τμήματος του νησιού. Σήμερα, είκοσι χρόνια μετά, στους πιο πολλούς -αν όχι σε όλους- υπάρχει ακόμη αναμμένη μια σπίθα, μια φλόγα. Θέλουμε να πιστεύουμε, αρκεί και να το αποδείξουμε, ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί και περπατάμε στο σκοινί μοναχικοί, αλλά όχι μόνοι. Νιώθουμε ότι είμαστε μαζί, αλλά ευτυχώς δεν είμαστε ίδιοι. Νιώθουμε ότι είμαστε τόσο κοντά, αλλά και τόσο μακριά, τόσο γνώριμοι, αλλά και τόσο άγνωστοι, τόσο ταυτισμένοι αλλά ευτυχώς και τόσο διαφορετικοί. Σήμερα νιώθουμε αντίστοιχα αισθήματα είτε έχουμε πορευτεί σε ίδιους και σε συγκλίνοντες δρόμους είτε έχουμε κινηθεί σε ασύμβατες τροχιές. Ίσως όμως να ισχύει για τον καθένα μας ή και για όλους μας η προφητεία του στίχου: «… Δρόμοι παλιοί, που αγάπησα και μίσησα ατέλειωτα…». Σήμερα αυτός ο στίχος φανερώνει την ερωτική και ίσως την αμφιθυμική σχέση μας με εκείνη την εποχή. Σήμερα για τον καθένα μας και για όλους μας σημασία έχουν πια όχι μόνο οι λαβύρινθοι του παρελθόντος, αλλά τα σταυροδρόμια του παρόντος και κυρίως οι δρόμοι, οι τροχιές του μέλλοντός μας. Μπροστά μας βλέπουμε τις προκλήσεις και τη γραμμή των οριζόντων και πρέπει πια να αποφασίσουμε «… με ποιούς θα πάμε και ποιούς θ’ αφήσουμε …». Οι αφηρημένες ιαχές και τα «δοξαστικά» για τη «γενιά» του Πολυτεχνείου ή για τους «Σαραντάρηδες» δεν ωφελούν και δεν πείθουν, έστω και αν εξυπηρετούν εμφανείς σκοπιμότητες. Και τούτο γιατί οι αναφορές σε ένα «ένδοξο» παρελθόν δεν εξαγνίζουν και δεν ωραιοποιούν το παρόν, πολύ περισσότερο δεν προδικάζουν το μέλλον μας. Η «γενιά» μας μπορεί να σηματοδότησε μια ολόκληρη εποχή, αλλά δεν είχε και δεν έχει «γενάρχες». Όλοι οι «επώνυμοι» εκπρόσωποί της, όπως και οι χιλιάδες άλλοι με την «άγνωστη» επωνυμία τους (γιατί κανένας δεν είναι ανώνυμος), είχαν τις δικές τους διαδρομές, τις δικές τους μικρές ή μεγάλες ιστορίες. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο στο ψηφιδωτό, στη Μεγάλη Τοιχογραφία της «γενιάς» μας, δεν υπάρχει κανένας αποκλειστικός «Ιδιοκτήτης», κανένας «Νονός», κανένας «Μεταπράτης» των γεγονότων, των συμβόλων, των ιδεών, των μηνυμάτων αυτής της εξέγερσης. Μπορεί να υπάρχει ένας ομφάλιος λώρος, ένα συνεκτικός ιστός για τους νέους ανθρώπους, οι οποίοι έζησαν έντονα τις συγκινήσεις μιας εποχής, μπορεί να υπάρχουν ορισμένα αόρατα νήματα μιας αναγνώρισης και ίσως μιας ηθικής αλληλεγγύης. Πιστεύω ότι, όπως όλες οι Γενιές, έτσι και η δική μας έχει πολλαπλές εκφράσεις, πολλαπλές πρωτοπορίες, πολλαπλά πρόσωπα. Γι’ αυτό είναι ολέθριο λάθος μια «γενιά» να σηματοδοτεί και να σηματοδοτείται μόνο από τους «επώνυμους» του πολιτικού προσκήνιου των Κομμάτων, των Κινημάτων και των Μέσων Επικοινωνίας. Για να αποτιμηθεί η παρουσία, η ταυτότητα και η συμβολή μιας «γενιάς», πρέπει να βρούμε τις εκφράσεις, το λόγο και το πρόσωπό της στην τέχνη, στην επιστήμη, στο Κράτος, στους θεσμούς, στις επιχειρήσεις, στην εκπαίδευση, στον πολιτισμό, στην πολιτική, στην κοινωνία. Μια γενιά εγγράφεται ως κοινωνική και πολιτισμική πολύμορφη δύναμη μόνο μέσα από την ταύτισή της με μια εποχή, με το συλλογικό πάθος μιας «οριακής και μόνο στιγμής». Αμέσως μετά κάθε γενιά γίνεται ευτυχώς «κομμάτια και θρύψαλα». Γιατί διακτινίζεται, δικτυώνεται, διασπάται, στροβιλίζεται και μετασχηματίζεται μέσα στην κοινωνία. Γιατί παύει να αναφέρεται σε κοινούς χρόνους, σε κοινούς τόπους και σε κοινά βιώματα, σε κοινές ιδέες και ουτοπίες εφ’ όρου ζωής. Μέσα όμως σ’ αυτή τη δίνη παραμένουν τα σύμβολα, τα σημεία, οι ρίζες, οι κώδικες, οι παραστάσεις, οι μνήμες και τα αισθήματα των ανθρώπων, που επανέρχονται «φορτωμένοι» πάλι και πάλι από εκεί που πέρασαν, μαζί με όσα έζησαν και οραματίστηκαν. Αρκεί να βρούμε τον καιρό να αναπολήσουμε τα αυθεντικά γεγονότα, κλείνοντας τα μάτια μας μόνο ένα λεπτό. Αρκεί ένα λεπτό για να αναμετρηθούμε με τις μνήμες και τις ευαισθησίες της νιότης μας …

Διαβάστε περισσότερα στο TheCaller.gr

Μοιραστείτε το

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Top