Η ΑΛΛΗ ΟΨΗ των εξελίξεων! ΠΡΟΩΡΗ αποσύνθεση (και κενό εν όψει) στο πολιτικό σκηνικό…

b6d7090a321aeca0f529ab265a288b1b_XL.jpg

Συνθήκες πρόωρης αποσύνθεσης διαμορφώνονται στο πολιτικό σκηνικό της χώρας, μόλις επτά μήνες μετά τις εκλογές. Τόσο η κυβέρνηση όσο και τα κόμματα της αντιπολίτευσης βρίσκονται, για διαφορετικούς λόγους,
σε κατάσταση νευρικής κρίσης την ώρα που η τουρκική προκλητικότητα χτυπάει κόκκινο και η αβεβαιότητα για το τι θα επακολουθήσει αυξάνεται καθημερινά. Την ίδια ώρα που το πολιτικό προσωπικό αποδεικνύεται σε γενικές γραμμές κατώτερο των κρίσιμων περιστάσεων, η κοινωνία παρακολουθεί σαστισμένη και η πραγματική οικονομία ύστερα από μια δεκαετία μνημονιακής κόπωσης εξακολουθεί να σέρνεται.
Ήδη οι παρενέργειες από τον χειρισμό των εθνικών θεμάτων καταγράφονται πολύ σοβαρές και φέρνουν ταυτόχρονα στην επιφάνεια τα εσωτερικά προβλήματα στην κυβέρνηση. Επί του παρόντος τα προβλήματα αυτά αποτυπώνονται στις σχέσεις των δύο συναρμόδιων υπουργών Εθνικής Άμυνας Νίκου Παναγιωτόπουλου και Εξωτερικών Νίκου Δένδια. Ο χειρισμός της κρίσης με το τουρκικό ερευνητικό πλοίο Ορούτς Ρέις τους έφερε σε δημόσια διαφωνία πίσω από την οποία δεν υπάρχουν μόνο οι προσωπικές αντιθέσεις αλλά αναδεικνύεται και το γενικότερο ζήτημα για την στρατηγική αντιμετώπισης της Τουρκίας.

Την ώρα που ο Ερντογάν βήμα βήμα προωθεί και κλιμακώνει τις αξιώσεις του καταφέροντας να βρίσκεται στο επίκεντρο της γεωπολιτικής σκακιέρας, η εικόνα που παρουσιάζει η ελληνική πλευρά διαρκώς επιδεινώνεται. Όσο μάλιστα και εάν δίνονται διαβεβαιώσεις σε όλους τους τόνους ότι δεν πρόκειται να γίνει βήμα πίσω από τις εθνικές «κόκκινες γραμμές», η καχυποψία αν μη τι άλλο είναι πια διάχυτη. Ακόμη και αν ο Τούρκος πρόεδρος ψεύδεται ισχυριζόμενος ότι υπήρξε προσυνεννόηση -και κατ’ ουσίαν συμμόρφωση στις δικές του επιλογές- για να μην γίνει «καμία κίνηση» φέτος στην περιοχή των Ιμίων, ο τρόπος με τον οποίο τον αντιμετώπισε η Αθήνα του προσφέρει το πλεονέκτημα στο πεδίο της προπαγάνδας και του ψυχολογικού πολέμου.

Η ελληνική πολιτική τάξη δίνει την εντύπωση ότι σύρεται -εάν δεν έχει ήδη αποδεχθεί- σε μια διαδικασία «διευθέτησης» των ελληνοτουρκικών διαφορών με φόντο τα σενάρια συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Ο καθορισμός των θαλασσίων ζωνών μπορεί να χρησιμοποιείται ως το ευγενές διπλωματικό πρόσχημα αλλά θεωρείται πια βέβαιο ότι τυχόν προσφυγή στη Χάγη θα συμπαρασύρει όλα τα θέματα που στην πραγματικότητα αποτελούν το πακέτο των τουρκικών διεκδικήσεων. Αντιθέτως η Ελλάδα αποφεύγει, ακόμη και τώρα που η τουρκική αποθράσυνση έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο, να θέσει έστω και τις στοιχειώδεις παραβιάσεις της Συνθήκης της Λωζάνης που θα θα ενίσχυαν αν μη τι άλλο τη διαπραγματευτική θέση της δικής μας χώρας. Το επόμενο βήμα που σύμφωνα με πληροφορίες εκφράζονται φόβοι ότι θα γίνει στο πλαίσιο των υποχωρήσεων και του «ρεαλισμού» αφορά στο θέμα της «επήρειας» σε ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα. Με δεδομένη την αντίθεση για το εάν ελληνικά νησιά όπως το Καστελόριζο έχουν «πλήρη» ή «μερική» επήρεια, ορισμένες πλευρές που θέλουν να μας σύρουν -ακόμη και υπό την απειλή του θερμού επεισοδίου- στο τραπέζι πιέζουν ώστε οι διαπραγματεύσεις να ξεκινήσουν δίχως καμία σχετική αναφορά, κάτι που θα σήμαινε έμμεση εγκατάλειψη της πάγιας ελληνικής θέσης. Άλλωστε μόλις πρόσφατα η Ντόρα Μπακογιάννη δήλωσε για πρώτη φορά δημοσίως ότι με την προσφυγή στην Χάγη θα έχουμε «μερικές απώλειες όπως την ΑΟΖ του Καστελόριζου» αλλά θα κατοχυρώσουμε «τα δικαιώματα άλλων νησιών μας όπως της Ρόδου ή της Λέρου».

Η εξαντλημένη από την οικονομική κρίση Ελλάδα καλείται τώρα να αντιμετωπίσει, μετά την ήττα στο θέμα των Σκοπίων με την Συμφωνία των Πρεσπών, μια δεύτερη εθνική περιπέτεια. Αυτό που δεν αξιολογείται σωστά όμως είναι οι διεργασίες που συντελούνται στους κόλπους της ελληνικής κοινωνίας σε συνδυασμό με τα άλλα συναφή μέτωπα και ειδικότερα το μεταναστευτικό. Τα δύο αυτά ζητήματα, ως συγκοινωνούντα δοχεία, μετατρέπονται σταδιακά σε καταλύτες των γενικότερων εξελίξεων και ρίχνουν βαριά τη σκιά τους σε ολόκληρο το κομματικό σύστημα.

Η κυβέρνηση εξακολουθεί να απολαμβάνει της δημοσκοπικής υπεροχής αλλά αυτό δεν οφείλεται μόνο στην εσωστρέφεια και στις αντιπολιτευτικές ανεπάρκειες του ΣΥΡΙΖΑ. Έχει να κάνει και με το γεγονός ότι επί της ουσίας εκτός από την οικονομία τα δύο μεγαλύτερα κόμματα κινούνται και στα εθνικά θέματα στον ίδιο κοινό παρονομαστή, μαζί φυσικά με το Κίνημα Αλλαγής το οποίο εξελίσσεται στον φτωχό συγγενή του νέου δικομματισμού. Αυτό εξηγεί και γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την κόπωση και τις αδυναμίες που παρουσιάζει σε μια σειρά από τομείς η ΝΔ, όχι μόνο δεν επωφελείται αλλά εξακολουθεί να είναι ο μεγάλος χαμένος όλων των δημοσκοπήσεων με τις επιδόσεις του πολύ χαμηλότερα από τα εθνικά ποσοστά. Ο δρόμος για την ανάδειξη του σε αξιόπιστη εναλλακτική λύση, για την εκ νέου διεκδίκηση της εξουσίας, παραμένει εκτός από μακρύς και αβέβαιος. Άλλωστε αρκετοί και στην Κουμουνδούρου αμφιβάλλουν πλέον για το κατά πόσο ο «βαθύς μηχανισμός» του ΣΥΡΙΖΑ ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο ή βολεύεται με τη μετατροπή του σε ένα μεγάλο μεν κόμμα εξουσίας που όμως θα νέμεται απλώς την αντιπολίτευση.

Το ζητούμενο είναι προς ποια κατεύθυνση μπορεί να επηρεαστούν οι πολιτικές και κομματικές εξελίξεις από τα εθνικά θέματα και το μεταναστευτικό. Αυτή τη στιγμή τείνει να διαμορφωθεί ένα κενό το οποίο δεν καλύπτεται, επιτρέποντας στη ΝΔ να διατηρεί την κυριαρχία της η οποία όμως κινδυνεύει μεσοπρόθεσμα είτε να ξεφουσκώσει είτε αποδειχθεί ότι έχει πήλινα πόδια. Δεν στερείται σημασίας ότι ακόμη και στην παρούσα φάση εκτός από τα γνωστά προβλήματα κορυφής στο κυβερνητικό στρατόπεδο ακούγονται φωνές (έστω και …ψιθυριστά) βουλευτών που «ασφυκτιούν» όπως λένε μπροστά σε ένα πιθανό σενάριο δυσμενών συμφωνιών στις εξωτερικές σχέσεις της χώρας.

Αβέβαιο είναι επίσης και το κατά πόσο ένας ανασχηματισμός -ως αποτέλεσμα και της «αξιολόγησης» των υπουργών του που ξεκίνησε ήδη ο κ. Μητσοτάκης– θα οδηγούσε σε υπέρβαση της σημερινής κατάστασης αφού τα προβλήματα δεν περιορίζονται μόνο στα πρόσωπα. Βεβαίως η ανάδειξη της νέας προέδρου της Δημοκρατίας και η ψήφιση του νέου εκλογικού νόμου μπορεί να πάγωσε τα σενάρια των (πρόωρων) εκλογών, αλλά εφόσον το σημερινό υπό διαμόρφωση νοσηρό κλίμα συνεχιστεί θεωρείται θέμα χρόνου η αναζωπύρωση τους. Άλλωστε παραμένει πάντοτε εν όψει η νάρκη της απλής αναλογικής που θα πρέπει να εξουδετερωθεί (;) εγκαίρως. Η λήξη του 18μηνου για την ισχύ της λίστας, στα τέλη του 2020, κάνει ήδη πολλούς να θέτουν νέο ορίζοντα, το αργότερο, την άνοιξη της επόμενης χρονιάς…
 Ανδρέας Καψαμπέλης www.dimokratianews.gr

Μοιραστείτε το

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Top