Η Δεξιά ας αγαπήσει και πάλι το κράτος

.jpg

Αντί άρθρου, προτείνω σήμερα να διαβάσουμε όλοι μαζί ένα εξαιρετικό σημείωμα που έγραψε στους «Financial Times» της 23ης Ιουλίου 2012 ο γνωστός φιλελεύθερος διανοητής Φράνσις Φουκουγιάμα*.

  • Από τον Μανώλη Κοττάκη

Το ανακάλυψα στο αρχείο μου αυτές τις μέρες κατά τη διάρκεια της αναδίφησης που κάνουμε όλοι. Το θεωρώ προφητικό και εξαιρετικώς επίκαιρο.

Έχει ως εξής: «Όταν μου ζητήθηκε να γράψω ένα άρθρο για το μέλλον του συντηρητισμού, δίστασα, γιατί μου φαινόταν ότι τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη αυτό που χρειάζεται περισσότερο είναι να εφευρεθεί ξανά η Αριστερά.

Για περισσότερο από μία γενιά κυριαρχούν οι συντηρητικές ιδέες, στις οποίες μάλιστα υπάρχει ελάχιστος σοβαρός ανταγωνισμός. Στον απόηχο της χρηματοοικονομικής κρίσης, και με την άνοδο της μαζικής ανισότητας, θα έπρεπε να υπάρχει εκτίναξη του αριστερού λαϊκισμού.

Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι από τους πιο δραστήριους λαϊκιστές τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη βρίσκονται στη Δεξιά. Υπάρχουν πολλοί λόγοι γι’ αυτό και ένας εξ αυτών είναι πως αδιαμφισβήτητα η κοινή γνώμη δεν πιστεύει πως η Αριστερά έχει αξιόπιστες λύσεις στα τρέχοντα προβλήματα.
Η άνοδος των Σοσιαλιστών στη Γαλλία και του ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα δεν αναιρεί αυτό το γεγονός. Και τα δύο είναι απομεινάρια μιας παλιάς, αλλά εξαντλημένης Αριστεράς, η οποία σύντομα θα έρθει αντιμέτωπη με τη δεινή δημοσιονομική κατάσταση των κοινωνιών της.

Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μία Αριστερά που να μπορεί να εμποδίσει τις απώλειες θέσεων εργασίας στη μεσαία τάξη των πλούσιων χωρών και τη μείωση των εισοδημάτων, μέσω νέων συστημάτων αναδιανομής, που δεν θα υπονομεύουν την οικονομική ανάπτυξη ή τη μακροπρόθεσμη δημοσιονομική υγεία.

Εάν, όμως, δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα από αριστερά, ίσως μπορέσουμε να το λύσουμε από δεξιά. Το μοντέλο του μελλοντικού αμερικανικού συντηρητισμού υπάρχει εδώ και καιρό: είναι η ανανέωση της θεωρίας του Αλεξάντερ Χάμιλτον και του Θίοντορ Ρούσβελτ, που είδαν την ανάγκη για περιορισμένο, αλλά ισχυρό κράτος, το οποίο χρησιμοποιεί τη δύναμή του χάρη στην εθνική αναγέννηση.

Οι αρχές που θα προωθούσε αυτό το κράτος είναι η ιδιοκτησία και η ανταγωνιστική οικονομία της αγοράς, η δημοσιονομική υπευθυνότητα, ενώ η ταυτότητα και η εξωτερική πολιτική θα βασίζονται στο κράτος και στο εθνικό συμφέρον, και όχι σε κάποιο κοσμοπολίτικο παγκόσμιο ιδανικό. Το κράτος, όμως, θα ήταν σύμμαχος, και όχι εχθρός αυτών των στόχων.

Παρ’ όλα αυτά, η δυσπιστία ως προς την κρατική Αρχή ήταν ένας βασικός παράγοντας της αμερικανικής ιδιαιτερότητας, τόσο από την πλευρά της Δεξιάς όσο και από την Αριστερά. Η σύγχρονη Δεξιά, ωστόσο, προχώρησε σε παράλογα άκρα, επιδιώκοντας επιστροφή σε όσα ίσχυαν όχι μόνο πριν από το New Deal, αλλά ακόμη και πριν από την προοδευτική εποχή, στο γύρισμα του 20ού αιώνα.

Το ρεπουμπλικανικό κόμμα μπέρδεψε τον όρο περιορισμένο κράτος με το αδύναμο κράτος. Αυτό τουλάχιστον φαίνεται από την ατζέντα του, που περιλαμβάνει μείωση των κεφαλαίων για την εκτελεστική εξουσία και τις εποπτικές Αρχές, ακόμη και της εφορίας, την αποστροφή προς κάθε είδους φορολογία και από το ότι δεν αναγνωρίζεται πως υπάρχουν και άλλοι παράγοντες, πέρα από το κράτος, που μπορούν να απειλήσουν την ελευθερία.

Ένα νέο είδος συντηρητισμού θα μπορούσε να αναζητήσει έμπνευση στην προεδρία του Θίοντορ Ρούσβελτ. Ακριβώς όπως και στην προκειμένη περίπτωση, ο αμερικανικός καπιταλισμός στα τέλη του 19ου αιώνα είχε δημιουργήσει ισχυρά νέα συμφέροντα, ειδικότερα ως προς το σιδηροδρομικό και το οδικό δίκτυο, τα οποία πυροδότησαν τεράστιες συγκρούσεις με αγρότες, πλοιοκτήτες και τους ίδιους τους εργαζομένους.

Ο Ρούσβελτ πίστευε ότι κανένα ιδιωτικό συμφέρον δεν θα έπρεπε να είναι πιο ισχυρό από το κράτος και φρόντισε να το εξασφαλίσει, κινούμενος ενάντια της Northern Securities και άλλων trusts. Θα φανταζόταν κανείς ότι, εάν διατελούσε πρόεδρος κατά τη διάρκεια της χρηματοοικονομικής κρίσης του 2008-2009, δεν θα ήταν ικανοποιημένος από το συνονθύλευμα του νομοσχεδίου Dodd-Frank και θα επιδίωκε τη διάσπαση της Goldman Sachs και της JPMorgan Chase σε μικρότερα τμήματα, που δεν θα εγκυμονούσαν κινδύνους σε περιπτώσεις χρεοκοπίας.

Εάν μία νέα συντηρητική γενιά μπορούσε να βάλει τη Wall Street στη θέση της, τότε θα είχε πολύ μεγαλύτερη αξιοπιστία αντιμετωπίζοντας τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα και άλλες ομάδες συμφερόντων από την Aριστερά, όπως συνέβη και με τον Ρούσβελτ.

Εάν οι σύγχρονοι συντηρητικοί μπορούσαν να ξεπεράσουν την ιδεολογική τους αποστροφή στο κράτος, τότε θα αναγνώριζαν ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει επείγουσα και μεγάλη ανάγκη μεταρρυθμίσεων, και όχι κατάργησης. Οι εταιρίες του ιδιωτικού τομέα έχουν υποστεί τεράστιες αλλαγές τις τελευταίες δεκαετίες, μειώνοντας τις διευθυντικές ιεραρχίες κι αναβαθμίζοντας τις δεξιότητες του εργατικού δυναμικού, ενώ πειραματίστηκαν αδιάκοπα με νέες οργανωτικές μορφές.

Η αμερικανική κυβέρνηση, αντιθέτως, φαίνεται πως είναι εγκλωβισμένη στο γραφειοκρατικό μοντέλο, στους κανόνες και την ιεραρχία του 19ου αιώνα. Πρέπει να γίνει μικρότερη, αλλά παράλληλα ισχυρότερη και πιο αποτελεσματική. Και αυτό δεν θα γίνει, εάν ο κόσμος δεν καταφέρει να δει την εργασία στο Δημόσιο ως λειτούργημα, παρά ως ένα περιφρονημένο επάγγελμα για όσους δεν τα κατάφεραν στον ιδιωτικό τομέα.

Υπό αυτήν την άποψη, οι συντηρητικοί έχουν ένα πλεονέκτημα, γιατί μπορούν να καλέσουν ανθρώπους να ασκήσουν το δημόσιο καθήκον τους στο αμερικανικό κράτος, αντί να χρησιμοποιήσουν άλλα αφηρημένα ιδανικά. Η ανάκτηση του συντηρητισμού, που στηρίζει όμως το ισχυρό κράτος, θα έχει τεράστιο αντίκτυπο και στην εξωτερική πολιτική. Συνεπάγεται συνέχιση των επενδύσεων στην αμερικανική στρατιωτική δύναμη και διεθνή δέσμευση για διατήρηση μιας ισορροπίας δυνάμεων που να ευνοεί τα αμερικανικά συμφέροντα.

Η θέση αυτή, ωστόσο, είναι συμβατή με μία προσεκτική, συνετή διαχείριση της εθνικής εξουσίας: αντί να υπονομεύει τη δημοσιονομική θέση των ΗΠΑ, μέσω δαπανηρών πολέμων, θα φρόντιζε για την ανάκτηση της οικονομίας, ως προϋπόθεση για τη μακροπρόθεσμη επαναβεβαίωση της στρατιωτικής ισχύος.

Η ανάκτηση, όμως, ενός συντηρητισμού σαν του Χάμιλτον και του Ρούσβελτ απαιτεί να πεταχτούν στο καλάθι των αχρήστων αρκετές ιδέες που επικράτησαν στη Δεξιά από την άνοδο του Ρόναλντ Ρίγκαν, όπως η προθυμία να δεχθούμε ελλείμματα ενόσω συνεπάγονται χαμηλότερη φορολογία. Αυτή η θεωρία, αν και από πολλές πλευρές μοιάζει με τον ευρωπαϊκό συντηρητισμό, είναι βαθιά αμερικανική.

Τόσο ο Χάμιλτον όσο και ο Ρούσβελτ πίστευαν σθεναρά στον ιδιαίτερο χαρακτήρα του αμερικανικού καθεστώτος και στην ιδέα της προόδου. Ο Χάμιλτον είχε προβλέψει ότι ένα κεντρικό κράτος θα ήταν αναγκαίο για να δημιουργηθεί μία εθνική αγορά και μία οικονομία που να βασίζεται στη μεταποίηση. Ο Ρούσβελτ κατανόησε ότι η βιομηχανική οικονομία είχε απελευθερώσει δυνάμεις που έπρεπε να περιοριστούν. Είδαν ότι η εθνική ισχύς ήταν ένα εργαλείο για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι και αυτό θα έπρεπε να καλλιεργηθεί και να οικοδομηθεί, αντί να δαιμονοποιηθεί και να… πνιγεί σε μια μπανιέρα».

* Ο ΦράνσιςΦουκουγιάμα είναι senior fellow στο Freeman Spogli Institute του Stanford και συγγραφέας του πολύκροτου «The end of history and the last man» (Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος).

Μοιραστείτε το

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Top