Ο δρόμος… περνάει από τις κάλπες

.jpg

Να τα πάρουμε από την αρχή- από το 1923: Με τη Συνθήκη της Λοζάνης -που «διόρθωσε» σε βάρος της Ελλάδας τη συνθήκη των Σεβρών, για γνωστούς λόγους- διαμορφώθηκε η συνοριακή γραμμή μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, στη στεριά και στη θάλασσα: συγκεκριμένη, διακριτή, φυλασσόμενη εκατέρωθεν και αδιαμφισβήτητη.

Εντάσεις υπήρξαν έκτοτε, εξ αιτίας της Τουρκίας. Αλλά για το Κυπριακό, την μεταχείριση των μειονοτήτων, την στρατιωτική κατάσταση ορισμένων νησιών.  Όχι για τα σύνορα.

Αντίθετα μετά την ένταξη της Ελλάδας στην κοινοτική Ευρώπη τα ελληνικά σύνορα ενισχύθηκαν- παρότι για λόγους που ξέρουμε δεν υπάρχει η δυνατότητα ευρωπαϊκής στρατιωτικής υπεράσπισης. Αυτή η ενίσχυση αυτή ήταν το πρώτο κριτήριο του Κωνσταντίνου Καραμανλή  για την «βίαιη» ένταξη στην τότε ΕΟΚ. Αν έκανε δημοψήφισμα, η απάντηση θα ήταν αρνητική.

Ο Καραμανλής και ο  Ανδρέας Παπανδρέου ως θεμελιωτές της Γ’ Ελληνικής Δημοκρατίας διαμόρφωσαν ορατή, σκληρή και καθαρή γραμμή απέναντι στην Άγκυρα: « Δεν διεκδικούμε τίποτε, δεν παραχωρούμε τίποτε, δεν διαπραγματευόμαστε τίποτε».

Το μόνο που άφηναν προς συζήτηση δεν ήταν η «υφαλοκρηπίδα», όπως λένε  με πονηρία διάφοροι σήμερα. Ήταν «η υφαλοκρηπίδα των νησιών» -κατά την πάγια διατύπωση. Έχει σημασία.

Πρακτικά το μόνο θέμα προς συζήτηση -εννοείται πέρα από τα θέματα «χαμηλής πολιτικής»- ήταν η  διαμόρφωση του συνυποσχετικού για την παραπομπή της οριοθέτησης στη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.  Στη συνέχεια προστέθηκε και η οριοθέτηση των ΑΟΖ -που δεν είναι θέμα κυριαρχίας.

Αυτή η εθνική γραμμή ήταν σταθερή, σαφής και αποτελεσματική για έναν απλό λόγο: άφηνε στην Τουρκία ένα μόνο δρόμο για τις διαρκώς κλιμακούμενες διεκδικήσεις της και την αμφισβήτηση ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων: τον πόλεμο.  Ή αν θα το λέγαμε αλλιώς: «Μολών λαβέ».

Υπήρξαν θερμά επεισόδια στο Αιγαίο, αλλά κανείς στην Άγκυρα δεν θα αποφάσιζε πόλεμο με μια ισχυρή χώρα του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτή ήταν η καλύτερη γραμμή άμυνας για την Ελλάδα- και την ακολουθούσαν πιστά οι κυβερνήσεις της.

Αυτή η γραμμή χαλάρωσε -για να βρούμε την πιο ήπια έκφραση- μετά από δυο δεκαετίες από την κυβέρνηση Σημίτη -που στην εξωτερική πολιτική ήταν στην ουσία κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου.

Στις αρχές του 1996 έγινε η μοιραία παρέκβαση. Πριν καν ορκιστεί ο διάδοχος του Ανδρέα Παπανδρέου έκανε το λάθος. Στον άξονα  Ίμια- Μαδρίτη- Ελσίνκι, διαμορφώθηκε μια διαφορετική οπτική από τη πλευράς της Αθήνας. Για πρώτη φορά δημιουργήθηκαν περιθώρια συζητήσεων για ελληνοτουρκικές «διαφορές» στο Αιγαίο.

Αυτό έχει μείνει πλέον στο στόμα εταίρων και συμμάχων της χώρας που  ζητούν «διάλογο» για την «επίλυση των διαφορών» – που δεν ορίζονται.

Ο Κώστας Καραμανλής ακολούθως, έκανε από συζητήσεις μέχρι κουμπαριές με τον Ερντογάν, αλλά επανέφερε την εθνική γραμμή στην αρχική της μορφή- ασκώντας εξωτερική πολιτική με  ανδρεοπαπανδρεϊκό τρόπο. Π.χ. στο Βουκουρέστι αδιαφόρησε για την αναγγελία του πλανητάρχη Μπους για είσοδο των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ «αύριο» και με την απειλή βέτο την απέτρεψε.

Με τον Γ. Παπανδρέου η πρόβλεψη ήταν ότι τα πράγματα θα επανέρχονταν στην σημιτική παρέκβαση. Αλλά η αναγκαστική ενασχόλησή του με το δημοσιονομικό πρόβλημα που παρέλαβε σακάτεψε την κυριαρχία της χώρας σε άλλο επίπεδο. Ο Σαμαράς δεν ασχολήθηκε με αυτά τα θέματα -ή δεν πρόλαβε.

Με τον Αλέξη Τσίπρα -διατηρήθηκε η μεταπολιτευτική γραμμή, παρά την  πίεση για «διάλογο» από κάποιους στο κόμμα του, αλλά και από ξένους που βρήκαν την ευκαιρία απέναντι σε μια αδύναμη χώρα.

Με υπουργό Εξωτερικών τον Ν. Κοτζιά έμεινε σταθερός: κουβέντα με τους Τούρκους -και αμοιβαίες επισκέψεις κορυφής, αλλά ούτε βήμα πίσω σε θέμα κυριαρχίας και Λοζάνης. Το ξέκοψε και σε …ζωντανή μετάδοση επί ελληνικού εδάφους στον ίδιο τον Ερντογάν ο τότε αρχηγός του ελληνικού κράτους Προκόπης Παυλόπουλος.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης -ασκώντας ο ίδιος  εξωτερική πολιτική ενίοτε ερήμην του υπουργού Εξωτερικών- έδειξε εξ αρχής πρόθεση να τροποποιήσει την διαχρονική στάσης της χώρας,  με τις ενδιάμεσες ρωγμές της, υπέρ των… ρωγμών.

Στην πρώτη συνάντηση με τον Τούρκο Πρόεδρο δεν είπε λέξη τις παραβιάσεις στο Αιγαίο. Μετά στη δεύτερη είπε ότι «με καλή θέληση από τις δύο πλευρές θα λυθούν τα προβλήματα». Στον φιλότουρκο Τραμπ δήλωσ

ε «προβλέψιμος σύμμαχος».

Το μήνυμα του κατευνασμού εστάλη. Παρά τις ενστάσεις στο μεταναστευτικό και τον Έβρο, η επανα-σημιτοποίηση της εξωτερικής  πολιτικής ήταν ορατή.

Ο «Σουλτάνος» διάβασε ως «μπόσικη» την ελληνική στάση. Αφού πρώτα καταρράκωσε την κυπριακή  ΑΟΖ, προχώρησε σε εμπράγματη  αμφισβήτηση της ελληνικής, με επικίνδυνες προκλήσεις γκριζοποίησης περιοχών στο Αιγαίο.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν είχε στρατηγική, πιάστηκε απροετοίμαστη και κατέληξε σε πρακτικές μυστικής διπλωματίας και οδηγείται σε διάλογο-, που θα ονομαστεί  κατ’ αρχάς «διερεύνηση προθέσεων»- με ανοιχτή ατζέντα. Μόνο τις τελευταίες μέρες  επέστρεψε στη ρητορική «συζητάμε μόνο για τις θαλάσσιες ζώνες».

Η εικόνα είναι θολή και η πρόγνωση διόλου αισιόδοξη για τη Ελλάδα.  Χωρίς σχέδιο η κυβέρνηση έκανε σπασμωδικές και ασύνδετες κινήσεις.

Ενώ δηλώνει ετοιμότητα για στρατιωτική υπεράσπιση αφήνει το Καστελλόριζο, έξω από τη «ρύθμιση» με την Αίγυπτο. Ενώ κατά την ελληνική θέση -και όχι μόνο- όλα τα νησιά έχουν πλήρη επήρεια ΑΟΖ, καλοβλέπει και την  αρχή της αναλογικότητας -που θέλουν οι Τούρκοι. Αφήνει στην άκρη την  αρχή της μέσης γραμμής και δίνει στην Κρήτη  – στη συμφωνία με την Αίγυπτο- ΑΟΖ κατά 90% και στην Κάσο, Κάρπαθο και Ρόδο περίπου 80%.

Για πολλούς αναλυτές, το κενό ρύθμισης ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, τέμνει ελληνικά νησιά και συνιστά οιονεί γκριζοποίηση.

Όπως αναδείχθηκε από την αξιωματική αντιπολίτευση και πολλούς ειδικούς, οι διατυπώσεις της Συμφωνίας με την Αίγυπτο αφήνουν κερκόπορτα στα  ανατολικά  του  28ου  μεσημβρινού.  Μια άλλη κερκόπορτα υπέδειξε ο Βαγγέλης Βενιζέλος  με την επέκταση των χωρικών υδάτων  στο Ιόνιο: μπορεί να εδραιώσει την έννοια της αντιδιαστολής με το Αιγαίο, αν η κυβέρνηση δεν το διευκρινίσει -και δεν το έκανε.

Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση το τελευταίο διάστημα λιγότερο ξεκαθάρισε τι προτίθεται να πράξει η ίδια και περισσότερο προσπαθούσε να αναδείξει τι θα πράξουν οι σύμμαχοι της χώρας.

Αυτοί κάνουν το αναμενόμενο. Δικαιώνουν την Ελλάδα, καταδικάζουν την  Τουρκία για την παραβατική συμπεριφορά της, την απειλούν με κυρώσεις, αλλά άμεσα δραστικά μέτρα εναντίον της δεν παίρνουν.

Η Ελλάδα ούτε καν το επισημαίνει. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Αθήνα δεν διέψευσε το δημοσίευμα του Spiegel  που αποδίδει τον Γερμανό υπουργό Εξωτερικών την αίσθηση ότι «η Ελλάδα δεν πιέζει για άμεση επιβολή κυρώσεων, αλλά αρκείται στον καταρχάς τερματισμό των τουρκικών γεωτρήσεων».  Άρα για τη βασική προϋπόθεση του… διαλόγου.

Η πρόσφατη απόφαση του Συμβούλιου Υπουργών Εξωτερικών και οι δηλώσεις της Μέρκελ στρέφονται κατά της Τουρκίας. Αν το δει όμως κανείς με προσοχή λειτουργούν και ως  άλλοθι για να καθίσει η Ελλάδα στο τραπέζι χωρίς κλειστή ατζέντα. Και με τον διάλογο «να τα βρούμε».

Δεν τους ενδιαφέρει το αντικείμενο του διάλογου. Θέλουν να μην υπάρχει  ελληνοτουρκική ένταση και οι χώρες της περιοχής να συντονίζονται κατά της ρωσικής διείσδυσης υπό την αιγίδα της Άγκυρας.

Ο  Τραμπ, εμφανίζεται ως αδιάφορος διαιτητής περισσότερο για προεκλογικούς λόγους. Ο Μακρόν, θερμός υποστηρικτής της Ελλλάδας, υπερασπίζεται κυρίως τη χαμένη ιμπεριαλιστική τιμή της Γαλλίας στη Βόρεια Αφρική και τη Μέση Ανατολή  και το… πολιτικό του μέλλον.

Πρωτίστως η Ανγκελα Μέρκελ- παρά την θρυλούμενη δυσφορία της για τον Μητσοτάκη- στηρίζει την Ελλάδα, <σε οσα έχει δίκιο>, είπε στην τελευταία δήλωσή της-που η κυβέρνηση προσπάθησε να εξαφανίσει. Η καγκελάριος της ζητάει ακόμη πιο επίμονα να λύσει τις «διάφορες» της με τους Τούρκους με διάλογο. Και δεν εννοεί μόνο  τις θαλάσσιες ζώνες.

Οι Τούρκοι με φόντο την στρατηγική αναθεώρησης της σε ενδεχόμενο διάλογο με την Ελλάδα θα βάλουν στο τραπέζι την μειονότητα, την δικαιοδοσία στη θάλασσα και στον αέρα του Αιγαίου, τις «αμφισβητούμενες» περιοχές και νησίδες, την  αποστρατιωτικοποίηση τον Ανατολικό Αιγαίο και ό,τι άλλο συνιστά τον τουρκικό μεγαλοϊδεατισμό της «γαλάζιας πατρίδας».

Απέναντι σ’ αυτό η κυβέρνηση έχει ασαφή πολιτική: ζητάει να σταματήσουν οι προκλήσεις, για να προσέλθει στο διάλογο,  αναφέρει ποια θέματα θεωρεί ως αντικείμενο του, αλλά δεν κλείνει κατηγορηματικά ότι δεν πρόκειται να δεχθεί στο τραπέζι οτιδήποτε άλλο.

Όλα δείχνουν ότι ο Μητσοτάκης ετοιμάζεται να διακινδυνεύσει τη συμμετοχή σε μια διαδικασία στην οποία θα τεθούν και άλλα θέματα πλην των θαλασσίων ζωνών και θα εμφανισθεί η Ελλάδα ως αδιάλλακτη, αν τα απορρίψει.

Σε κυβερνητικά γραφεία πλανάται ένα είδος «σημιτικού αταβισμού» που αναγνωρίζει εμμέσως «ζωτικά συμφέροντα» των Τούρκων, εκεί που τα μόνα ζωτικά  συμφέροντα είναι τα ελληνικά και είναι απαραβίαστα. Αλλιώς είναι σαν να αναγνωρίζουμε λόγους αναθεώρησης της Λοζάνης.

Διορατικός και με προσωπική εμπειρία στα ελληνοτουρκικά, ειδικά επί Ερντογάν,  ο πρώην πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής έσπασε την δεκαετή σιωπή του τον περασμένο Οκτώβριο και προειδοποίησε- κυρίως την κυβέρνηση Μητσοτάκη: «Υποδείξεις εταίρων και συμμάχων να τα βρούμε με την Τουρκία απορρίπτονται».

Με την επισήμανση ότι σ’ αυτή την υπόθεση η Ελλάδα θα είναι μόνη της. Με σύμμαχο μόνο την στρατιωτική ισχύ της και την ομοψυχία των πολιτών της.

Εδώ αρχίζουν να μας ζώνουν τα φίδια. Γιατί είναι προφανές ότι αυτές οι «υποδείξεις τρίτων» για συμβιβασμούς ΔΕΝ απορρίπτονται  κατηγορηματικά από τη σημερινή  κυβέρνηση. Αντίθετα αξιωματούχοι της τις… επιδιώξουν και διαμορφώνουν ήδη κλίμα για την  ….υποχρέωσή της Ελλάδας για διάλογο, στον οποίο κάποιες «παραχωρήσεις»  είναι αυτονόητες. Δεν μπορούμε να τα έχουμε  όλα δικά μας.

Εδώ είναι το πρόβλημα. Όχι απλώς μπορούμε, αλλά και επιβάλλεται να έχουμε απολύτως δικά μας όσα εντάσσονται εντός των συνόρων μας – όπως έχουν χαραχθεί από το 1923 και είναι απαραβίαστα- και όσα απορρέουν εξ αυτών.

Μονομερείς αναθεωρήσεις συνθηκών δεν νοούνται. Η  αναθεωρητική στρατηγική του Ερντογάν, θα πέφτει στο κενό όσο η Ελλάδα δείχνει ότι δεν προτίθεται να συζητήσει οτιδήποτε εφάπτεται με κυριαρχικά της δικαιώματα, ή άλλο θέμα. Όσο και αν προσπαθούν οι Τούρκοι να  εμφανίσουν διεθνώς τη χάραξη των συνόρων ως… αδικία απέναντί τους.

Τα παράπονα στον Ατατούρκ. Αποκαταστάσεις «αδικιών» με συζητήσεις επί ελληνικής εθνικής κυριαρχίας δεν υπάρχουν.  Ακόμη και αν «αδικείται» η Τουρκία στην θάλασσα πρέπει να μάθει να ζει με αυτό. Ούτε παραχωρήσεις, ούτε διευκολύνσεις, ούτε κατανόηση θα βρει από την Ελλάδα. Αυτή πρέπει να-είναι, όπως ήταν από το 1974,  η ελληνική θέση. Χωρίς ρήγματα.

Κι όμως από πολλές πλευρές αναδύεται ότι κάτι άσχημο μεθοδεύεται  στο παρασκήνιο στην συνοριακή γραμμή που χωρίζει την Ελλάδα με την Τουρκία. Ακόμη και αν δεν βρεθούμε μπροστά την υποχρέωση να υπερασπιστούμε παραβίαση εδάφους υπάρχουν φίλοι και σύμμαχοι που θέλουν να μας οδηγήσουν σε μια διαδικασία εκχώρησης δικαιωμάτων μέσω συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο, υπό τον εκβιασμό αποτροπής της εδαφικής απειλής.

Ως Πρωθυπουργός και κεντρικός διαχειριστής ο Κυριάκος Μητσοτάκης  επωμίζεται την ευθύνη να μην φτάσουν ως εκεί τα πράγματα.  Καθώς ως τώρα οι επιδόσεις του κάθε άλλο παρά καθησυχαστικές είναι, έμπειροι διπλωματικοί παρατηρητές θεωρούν επείγουσα την ηχηρή επιστροφή στη γραμμή «δεν συζητάμε τίποτε» – πλην ζωνών.

Σ’ αυτό το σημείο έκανε εντύπωση η πρόταση του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου για τριμερή- και όχι  ελληνοτουρκική -συζήτηση επί της οριοθέτησης της  ζωνών, με ελληνική πρόσκληση για επίσημη συμμετοχή της  Ευρωπαϊκής Ένωσης στο τραπέζι.

Το επιχείρημα του ότι πρόκειται για συζήτηση που αφορά ευρωπαϊκή ΑΟΖ και όχι μόνο ελληνική έχει και νομική βάση. Από αυτή την άποψη η  Ελλάδα νομιμοποιείται να καλέσει από τη διερευνητική φάση κιόλας και την Κομισιόν -και η άρνηση θα ήταν νομικά αδύνατη.

Από την ίδια σκοπιά ο Πρωθυπουργός έχει το δικαίωμα -και την υποχρέωση – να ζητήσει από την κοινοτική Ευρώπη και τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες κάτι περισσότερο ουσιώδες από την ένθερμη αλληλεγγύη: ρητή δέσμευση για εφαρμογή του άρθρου 42, παρ. 2 της Συνθήκης, αν κράτος -μέλος δεχθεί επίθεση.

Όσο ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραβλέπει αυτή την ελληνική κίνηση, διαμορφώνονται περιθώρια για ελιγμούς των σύμμαχων και ώθηση της Ελλάδας σε διάλογο που είτε θα απολήξει σε «μοιρασιά», είτε θα της καταλογιστεί «υπονόμευσή» του αν δεν την αποδεχθεί Με άλλα λόγια  μένει ανοιχτός ο δρόμος για συμφορές.

Σ’ αυτό το σημείο ο ρόλος του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης και πρώην Πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα, είναι κρίσιμος, ως μοχλός πίεσης προς την Κυβέρνηση να κινηθεί στην κατεύθυνση της απόλυτης κατοχύρωσης των ελληνικών συμφερόντων χωρίς διαμεσολαβητές.

Ήτοι να απορρίψει -σε επίπεδο Συμβούλιου Κορυφής- κάθε πίεση από  εταίρους και συμμάχους -ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού- χωρίς να αφήνει κανένα κενό για διάθεση υποχώρησης.  Εκ παραλλήλου ο Αλέξης Τσίπρας  θα ενισχύσει την θέση του κόμματός του, αν κόψει με το μαχαίρι κάθε εσωτερική συζήτηση περί συμβιβασμών, που διακινεί μια ομάδα, δίκην «Δούρειου Ίππου» στην κομματική πολιτική.

Στην Βουλή ο Αλέξης Τσίπρας έκανε μια καίρια επισήμανση: κάλεσε τον Πρωθυπουργό να πει την αλήθεια. Στη μια πλευρά της αυτή η αλήθεια έχει όσα θα μας ζητηθούν να παραχωρήσουμε. Και στην άλλη έχει τη θέση ότι οποιασδήποτε συμβιβασμός δεν καλύπτεται από την εντολή  που πήρε το 2019 κυβέρνηση.

Συνεπώς αν ο Πρωθυπουργός έχει κατά νου να προχωρήσει -στο όνομα της αποκλιμάκωσης της έντασης-  δεν δικαιούται να κάνει το παραμικρό βήμα χωρίς να ζητήσει πρώτα την επικύρωση της πρόθεσής του από τη λαϊκή ετυμηγορία. Αφού δεν μπορεί να το κάνει έστω με ομοφωνία του Συμβουλίου των Πολιτικών Αρχηγών.

Με άλλα λόγια: ο δρόμος που ενδεχομένως αλλάζει τις σταθερές της ελληνικής πολιτικής έναντι της Τουρκίας περνάει από τις κάλπες.

Μοιραστείτε το

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Top