Προς ένα νέο οικονομικό δόγμα (?)

-22.jpg

Μια από τις διαφαινόμενες επιπτώσεις της πανδημικής κρίσης είναι η επίδραση της στον τρόπο σκέψης και προσέγγισης πάνω σε βασικές ιδέες που επικράτησαν τις τελευταίες δεκαετίες. Τα ζητήματα φορολόγησης και άσκησης μιας διαφορετικής δημοσιονομικής πολιτικής, υποστηρικτικής της ανάπτυξης, σε συνδυασμό με τις διακηρύξεις για ενίσχυση των συστημάτων υγείας και κοινωνικής πρόνοιας αποτελούν έμπρακτες αποδείξεις της αναθεώρησης σειράς παγιωμένων αντιλήψεων. Στον πυρήνα της παρατηρούμενης μεταστροφής βρίσκονται η μείωση των ανισοτήτων λόγω των αρνητικών προβλέψεων για τις συνέπειες τους σε οικονομικο – κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο και η επούλωση των πληγών που προκάλεσε η πρωτόγνωρη κατάσταση της πανδημίας.

Πρωταγωνιστής αυτών των εξελίξεων είναι η νέα κυβέρνηση των ΗΠΑ υπό τον J.Biden και η κατάθεση μιας εναλλακτικής οικονομικής φιλοσοφίας από την Υπουργό Οικονομικών, J.Yellen. Η ανακοίνωση του πακέτου στήριξης της αμερικανικής οικονομίας συνολικού ύψους 1.9 τρις δολαρίων αποσκοπεί στην αντιμετώπιση των συνεπειών της πανδημίας ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί τις προϋποθέσεις ταχύτατης οικονομικής ανάκαμψης. Ωστόσο εκείνο που διαφοροποιεί αυτήν την απόφαση από το παρελθόν είναι η ανατροπή της καθεστηκυίας οικονομικής πολιτικής όσον αφορά τον τρόπο χρηματοδότησης που πραγματώνεται μέσω της στοχευμένης αύξησης της φορολογίας.

Πιο συγκεκριμένα πηγές κάλυψης των δαπανών που προκαλεί το πακέτο με την ονομασία “American Jobs Plan” είναι η αύξηση της φορολόγησης των επιχειρήσεων και των εισοδημάτων πάνω από 400 χιλιάδες δολάρια και ο διπλασιασμός του συντελεστή φορολόγησης των εσόδων που σχηματίζονται στην αλλοδαπή. Συνολικά προβλέπεται ότι τα συγκεκριμένα μέτρα θα προκαλέσουν μέσα στην επόμενη δεκαπενταετία την αύξηση των δημοσιονομικών εσόδων κατά 2 τρις δολάρια. Η συγκεκριμένη απόφαση έρχεται σε αντιδιαστολή με την πολιτική που ασκήθηκε επί προεδρίας Trump όπου καταγράφηκαν σημαντικές μειώσεις των συντελεστών φορολόγησης στις επιχειρήσεις και στα υψηλά εισοδήματα.

Σύμφωνα με τις εξαγγελίες του νέου Προέδρου η κυβέρνηση των ΗΠΑ θα προχωρήσει στην αύξηση της φορολογίας των μερισμάτων, των εισοδημάτων από το συσσωρευμένο παθητικό κεφάλαιο και στην μείωση των φοροαπαλλαγών για τις επενδύσεις σε εμπορικά ακίνητα και την παραγωγή ενέργειας από ορυκτά καύσιμα. Παράλληλα δεσμεύσεις του Biden αποτελούν η μείωση φόρου για κάθε παιδί, η παροχή φοροαπαλλαγών για προγράμματα συνταξιοδότησης, υγειονομικής κάλυψης και αγοράς πρώτης κατοικίας, η θέσπιση ειδικού αφορολόγητου για τους πολίτες άνω των 65 ετών χωρίς παιδιά, η αύξηση των δαπανών κοινωνικής πρόνοιας για ηλικιωμένους και ΑμΕΑ.

Σύμφωνα με τις αναλύσεις το δημοσιονομικό πακέτο θα μειώσει τον αριθμό των πολιτών που ζουν σε συνθήκες φτώχειας κατά 1/3, την παιδική φτώχεια κατά 50% ενώ προβλέπεται αύξηση κατά 20% στο εισόδημα του φτωχότερου 20% των νοικοκυριών. Σε αναπτυξιακούς όρους η επίδραση της παρέμβασης σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ θα προκαλέσει το 2021 ανάπτυξη της τάξης του 6.5% έναντι της αρχικής πρόβλεψης 3.2% και 4% το 2022 (για την Ευρωζώνη προβλέπεται ανάπτυξη 3.9% και 3.8% για 2021 και 2022 αντίστοιχα).

Στην ίδια κατεύθυνση η J.Yellen κάλεσε την παγκόσμια κοινότητα για την υιοθέτηση ενός ελάχιστου επιπέδου φορολογικού συντελεστή για τις επιχειρήσεις προκειμένου να διασφαλιστούν τα έσοδα των κρατών και να περιορισθεί το φαινόμενο φοροαποφυγής των μεγάλων πολυεθνικών εταιρειών. Πρόσφατα δε, με τη σύμφωνη γνώμη των δυο κομμάτων, πέρασε από το Κογκρέσο νομοθεσία που απαγορεύει την ίδρυση ανωνύμων εταιρειών – κελυφών στην προσπάθεια περιορισμού του φαινομένου της τεράστιας νόμιμης φοροδιαφυγής μέσω της εκμετάλλευσης ευνοϊκών φορολογικών καθεστώτων ανά τον κόσμο.

Πρόδρομοι της νέας αντίληψης αποτελούν διεθνείς οργανισμοί, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και το ΔΝΤ, οι οποίοι καταγράφουν μια εντυπωσιακή μεταστροφή στην προσέγγιση που είχαν τις προηγούμενες δεκαετίες. Από την απόλυτη “δαιμονοποίηση” των ελλειμμάτων, τον περιορισμό των δημόσιων δαπανών, με βασικό θύμα το κοινωνικό κράτος, πλέον υπερθεματίζουν την αύξηση των δημοσιονομικών περιθωρίων προκειμένου να παραχθεί αξία για την οικονομία σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα. Πιο αναλυτικά προτείνουν την αύξηση των προϋπολογισμών για την ενίσχυση των συστημάτων κοινωνικής πρόνοιας, υγείας και παιδείας, την αύξηση των δημόσιων επενδύσεων και την άσκηση συνεκτικών πολιτικών για την αντιμετώπιση των ανισοτήτων. Η πιο εντυπωσιακή αλλαγή στάσης παρατηρείται στις πηγές χρηματοδότησης των δαπανών – ελλειμμάτων. Συγκεκριμένα προκρίνουν, έστω σε προσωρινή βάση, την φορολόγηση του συσσωρευμένου πλούτου και των επιχειρήσεων με αύξηση της κερδοφορίας κατά την περίοδο της πανδημίας και την αύξηση των συντελεστών στα υψηλά εισοδήματα, πέραν της καταγεγραμμένης ανεκτικότητας στην καταγραφή ελλειμμάτων των προϋπολογισμών.

Σαφέστατα οι παραπάνω τάσεις έχουν τεράστιο οικονομικό και πολιτικό ενδιαφέρον, καθώς δημιουργούν νέα δεδομένα. Βασικό ερώτημα είναι το κατά πόσο η μεταστροφή των τελευταίων μηνών θα είναι παροδική ή θα διατηρηθεί και μετά το πέρας της πανδημίας. Ωστόσο, με αφορμή την διαμορφωθείσα πραγματικότητα, θα πρέπει να σημειωθούν ορισμένα ενδιαφέροντα σημεία, εγχώριας και διεθνούς εμβέλειας. Στην Ευρώπη η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην έγκριση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας από τα εθνικά κοινοβούλια σε συνδυασμό με την περιορισμένη έκταση του, σε σύγκριση με την αμερικάνικη παρέμβαση, θα έχει ως αποτέλεσμα το περαιτέρω άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ των οικονομιών ΗΠΑ και Ευρώπης. Αναπόφευκτα αυτό θα οδηγήσει σε αρνητικές συνέπειες για την Γηραιά Ήπειρο στο επίπεδο της απασχόλησης, της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της κοινωνικής συνοχής όσο και της ισχύος στο γεωπολιτικό επίπεδο.

Την ίδια στιγμή έχει ανοίξει η συζήτηση για τα σημαντικά θέματα της φορολόγησης των πολυεθνικών ψηφιακών “γιγάντων”, που για την Ε.Ε. θα αποτελέσει βασικό πόρο για τη χρηματοδότηση του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού, και της αντιμετώπισης των φορολογικών “παραδείσων” που προκαλούν σημαντικές απώλειες στα δημόσια έσοδα των χωρών – μελών. Στο εσωτερικό επίπεδο, δεν προκαλεί καμία εντύπωση η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος της δημόσιας συζήτησης για την παραπάνω θεματολογία, ειδικά για τα θέματα φορολόγησης καθώς θεωρούνται ταμπού από την εποχή των προγραμμάτων προσαρμογής. Η δε κυβέρνηση συνεχίζει να προτάσσει ως βασικό εργαλείο οικονομικής πολιτικής και ανάπτυξης τη μείωση της φορολογίας στα υψηλά εισοδήματα, παρά το αρνητικό ιστορικό προηγούμενο της αναποτελεσματικότητας των trickle down economics και την καταγραφή ενός ιδιαίτερα υψηλού ελλείμματος που οδήγησε το δημόσιο χρέος στα επίπεδα του 205%/ΑΕΠ. Η επικοινωνιακή διαχείριση των κρίσιμων θεμάτων θεωρείται ακόμα και σήμερα, παρά την αντίθετη εμπειρία από τις δύσκολες καταστάσεις των προηγούμενων ετών, προτιμητέα από την λήψη αυτονόητων αποφάσεων, για τις οποίες αρεσκόμαστε να δείχνουμε ως υπαίτιους για την επιβολή τους κάποιους τρίτους κατά προτίμηση … ”κακούς”.

* Δημήτρης Λιάκος, Οικονομολόγος, πρώην υφυπουργός

Μοιραστείτε το

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Top